Όταν το παιδί γίνεται αντιδραστικό επειδή προσπάθησε και δεν τα κατάφερε

Όταν το παιδί γίνεται αντιδραστικό επειδή προσπάθησε και δεν τα κατάφερε

Όταν το παιδί γίνεται αντιδραστικό επειδή προσπάθησε και δεν τα κατάφερε

Από τη Μάρθα Χατζηϊωάννιδου

Πολλοί γονείς δυσκολεύονται να καταλάβουν γιατί ένα παιδί που «είχε δυνατότητες», που προσπάθησε, που φαινόταν να θέλει, καταλήγει να γίνεται αντιδραστικό, παραβατικό ή προκλητικό. Συχνά η συμπεριφορά αυτή ερμηνεύεται ως αδιαφορία, τεμπελιά ή κακός χαρακτήρας. Στην πραγματικότητα, όμως, πίσω από αυτή τη στάση κρύβεται συχνά μια βαθιά ψυχολογική ήττα.

Ένα παιδί δεν γίνεται αντιδραστικό επειδή δεν προσπάθησε. Πολύ συχνά γίνεται αντιδραστικό επειδή προσπάθησε πολύ και ένιωσε ότι απέτυχε. Όταν ένα παιδί επενδύει προσπάθεια, κόπο και ελπίδα για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των σημαντικών άλλων —κυρίως των γονιών— και παρ’ όλα αυτά δεν τα καταφέρνει, τότε έρχεται αντιμέτωπο με ένα επώδυνο συναίσθημα: την αίσθηση ανεπάρκειας.

Για ένα παιδί, το να νιώθει «δεν τα κατάφερα» δεν είναι απλώς απογοήτευση. Είναι απειλή για την εικόνα του εαυτού του. Αν παραμείνει σε αυτή τη θέση, κινδυνεύει να βιώνει συνεχώς ντροπή, σύγκριση και φόβο ότι δεν αξίζει. Κάπου εκεί, συχνά ασυνείδητα, κάνει μια ψυχική μετατόπιση.

Αντί να είναι «το παιδί που δεν τα καταφέρνει», γίνεται «το παιδί που δεν νοιάζεται». Αντί να είναι αυτός που απογοήτευσε, γίνεται αυτός που προκαλεί. Η αντιδραστικότητα λειτουργεί σαν προστασία. Είναι πιο ανεκτό ψυχικά να σε απορρίπτουν επειδή αντιδράς, παρά επειδή προσπάθησες και δεν ήσουν αρκετός.

Η παραβατική ή προκλητική συμπεριφορά, λοιπόν, δεν είναι πάντα ένδειξη αδιαφορίας. Συχνά είναι ένδειξη αποσυρμένης προσπάθειας. Το παιδί δεν αντέχει άλλο να προσπαθεί για κάτι που μοιάζει ανέφικτο και επιλέγει έναν ρόλο που του δίνει έλεγχο: τον ρόλο του αντιδραστικού.

Σε αυτό το σημείο, οι αυξημένες απαιτήσεις από τους γονείς συνήθως επιδεινώνουν την κατάσταση. Όταν το μήνυμα που λαμβάνει το παιδί είναι «μπορείς και πρέπει», χωρίς να συνοδεύεται από αποδοχή, κατανόηση και ρεαλισμό, τότε το βάρος γίνεται δυσβάσταχτο. Το παιδί δεν ακούει ενθάρρυνση· ακούει ότι η αξία του εξαρτάται από την επίδοση.

Αυτό που χρειάζεται ένα παιδί σε αυτή τη φάση δεν είναι περισσότερη πίεση, αλλά αλλαγή μηνύματος. Να νιώσει ότι δεν χρειάζεται να αποδείξει την αξία του. Ότι δεν αγαπιέται υπό όρους. Ότι η αποτυχία δεν το ορίζει.

Οι γονείς δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουν τα όρια ή το ενδιαφέρον τους. Χρειάζεται, όμως, να μειώσουν τις προσδοκίες που δεν λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες και την ψυχική αντοχή του παιδιού. Η απαίτηση χωρίς συναισθηματική ασφάλεια οδηγεί συχνά όχι σε πρόοδο, αλλά σε αντίδραση.

Όταν ένα παιδί νιώσει ότι μπορεί να είναι αποδεκτό ακόμη κι όταν δεν τα καταφέρνει, τότε μόνο μπορεί να ξαναπροσπαθήσει. Διαφορετικά, η αντιδραστικότητα γίνεται το μοναδικό του καταφύγιο.

Μάρθα Χατζηϊωάννιδου

Ψυχολόγος Γνωστικής Συμπεριφορικής Προσέγγισης

MSc Κλινικής Ψυχολογίας

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Μοιραστείτε τό