Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης: Περιβαλλοντική υποβάθμιση ή οικοκτονία;

Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης: Περιβαλλοντική υποβάθμιση ή οικοκτονία;

Γράφει ο Νίκος Πέτρου, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Προστασίας της Φύσης (ΕΕΠΦ) και Πρόεδρος του διεθνούς Ιδρύματος για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (Foundation for Environmental Education – FΕΕ)

Πρόσφατα δημοσιεύτηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο μια έκθεση που θα έπρεπε να μεταβάλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντιλαμβάνονται την περιβαλλοντική καταστροφή. Η έκθεση αυτή εντοπίζει με σαφήνεια παγκόσμιους κίνδυνους. Κρίσιμα οικοσυστήματα, όπως το τροπικό δάσος του Αμαζονίου, τα δάση της λεκάνης του Κονγκό, τα βόρεια δάση και το σύστημα των Ιμαλαΐων, βρίσκονται σε πορεία κατάρρευσης, πιθανώς ως το 2050. Κάποια άλλα, όπως οι κοραλλιογενείς ύφαλοι και τα μαγκρόβια δάση της Νοτιοανατολικής Ασίας, ενδέχεται να αρχίσουν να καταρρέουν μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι ο ρυθμός απώλειας βιοποικιλότητας είναι δεκάδες ως εκατοντάδες φορές μεγαλύτερος από τον μέσο όρο των τελευταίων 10 εκατομμυρίων ετών, με μειώσεις που φτάνουν το 73% για τα χερσαία σπονδυλωτά και το 84% για είδη των γλυκών υδάτων σε σχέση με το 1970. Ως κύρια αιτία απώλειας καταγράφεται η παραγωγή τροφής. Καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός αναμένεται να φτάσει τα 9,7 δισεκατομμύρια το 2050, η πίεση αυτή θα μεγεθυνθεί εκθετικά και η βιώσιμη παραγωγή τροφής θα είναι ιδιαίτερα προβληματική.

Αντίθετα με ό,τι θα περιμέναμε, το κείμενο αυτό δεν προέρχεται από κάποια ακτιβιστική περιβαλλοντική οργάνωση, αλλά από τη μυστική υπηρεσία πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου, γνωστή ως MI6. Είναι μια εκτίμηση κινδύνων που έγινε από ειδικούς αναλυτές και αναγνωρίζει την κατάρρευση οικοσυστημάτων ως άμεση απειλή για την ασφάλεια και την ευημερία της χώρας, με αλυσιδωτούς κινδύνους που περιλαμβάνουν μετακινήσεις πληθυσμών, συγκρούσεις, γεωπολιτική αστάθεια και οικονομική ανασφάλεια.

Παράλληλα, έκθεση του Ινστιτούτου για το Νερό, το Περιβάλλον και την Υγεία του ΟΗΕ (UNU-INWEH) που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο, αναφέρει ότι το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε χώρες με υδατική ανασφάλεια, ενώ το 70% των κύριων υδροφορέων εμφανίζει σταθερά πτωτική τάση. Μεγάλοι ποταμοί δεν φτάνουν πλέον στη θάλασσα, μεγαλουπόλεις εξαρτώνται από σταθερά μειούμενα αποθέματα και περίπου το 5% της παγκόσμιας επιφάνειας της χέρσου βυθίζεται καθώς οι υπόγειοι υδροφορείς καταρρέουν. Η απώλεια οικοσυστημικών υπηρεσιών από την καταστροφή υγροτόπων τις τελευταίες πέντε δεκαετίες εκτιμάται σε 5,1 τρισ. δολάρια και το ετήσιο κόστος των ζημιών λόγω ξηρασίας φτάνει τα 307 δισ. δολάρια (μεγαλύτερο από το ΑΕΠ του 75% των χωρών μελών του ΟΗΕ). Η έκθεση σκιαγραφεί μια εικόνα «παγκόσμιας υδατικής χρεοκοπίας», καθώς κρίσιμα υδατικά συστήματα έχουν ήδη υποβαθμιστεί πέρα από το όριο αποκατάστασης.

Οι αναφορές αυτές, και πολλές άλλες, δείχνουν ότι η περιβαλλοντική υποβάθμιση επιταχύνεται και ότι η κλίμακα και οι επιπτώσεις της είναι πλέον ανεξάρτητες από σύνορα και εθνικές πολιτικές. Δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι οι παρούσες μορφές διακυβέρνησης, οι εθελοντικές δεσμεύσεις και οι φιλόδοξες πολιτικές χωρίς ουσιαστικές μεθόδους εφαρμογής είναι ανεπαρκείς απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα.

Η μόνη ρεαλιστική λύση είναι η νομικά δεσμευτική λογοδοσία.

Τον μηχανισμό λογοδοσίας για περιβαλλοντικές βλάβες μπορεί να προσφέρει η οικοκτονία (ecocide), όρος που περιγράφει την «εσκεμμένη, μαζική, εκτεταμένη και μακροχρόνια καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, σε βαθμό που απειλεί την ευημερία ή και την επιβίωση των ανθρώπων και άλλων μορφών ζωής».

Το δίκαιο της οικοκτονίας ποινικοποιεί την εκτεταμένη ή μακροχρόνια καταστροφή οικοσυστημάτων, θέτοντας ένα σαφές ηθικό και νομικό όριο: οι χειρότερες μορφές βλάβης δεν είναι αποδεκτές και οι υπεύθυνοι πρέπει να αντιμετωπίζουν ποινικές συνέπειες. Το ποινικό δίκαιο κωδικοποιεί τα όρια σε κάθε κοινωνία. Οι άνθρωποι δεν αποφεύγουν τον φόνο επειδή φοβούνται τη φυλακή, αλλά επειδή τον αντιλαμβάνονται ως θεμελιωδώς λανθασμένο. Ο νόμος αντανακλά και ενισχύει αυτό το ηθικό όριο. Όπως ο φόνος, η οικοκτονία ορίζεται από το αποτέλεσμα, όχι από τη μέθοδο, με εστίαση στην κλίμακα και σοβαρότητα της περιβαλλοντικής καταστροφής, όχι στην απαγόρευση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων.

Αυτό που καθιστά αποτελεσματικό το δίκαιο της οικοκτονίας είναι ότι μπορεί να λειτουργήσει εκεί που αποτυγχάνουν τα ρυθμιστικά πλαίσια και οι πολιτικές δεσμεύσεις. Η ποινική ευθύνη θα αναγκάσει τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων να θέσουν καίρια ερωτήματα, σε προσωπικό, επιχειρηματικό ή κομματικό επίπεδο, πριν εγκρίνουν έργα και δραστηριότητες. Τέτοια ερωτήματα μπορούν να μεταβάλουν αποφάσεις με τρόπο που η αυτορρύθμιση της βιομηχανίας και οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων δεν θα μπορέσουν ποτέ να πετύχουν.

Οι διεθνείς εξελίξεις ήδη κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση. Το 2025, γνωμοδοτήσεις του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης και του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διευκρίνισαν σαφώς ότι τα κράτη έχουν δεσμευτική νομική υποχρέωση να αποτρέπουν σοβαρές περιβαλλοντικές βλάβες και ότι η αποτυχία αποτροπής ή η εφαρμογή περιβαλλοντικά επιζήμιων πολιτικών μπορεί να συνιστά διεθνώς κολάσιμη πράξη, που εμπεριέχει ευθύνη του κράτους, συμπεριλαμβανομένων και υποχρεώσεων αποκατάστασης.

Ωστόσο, χωρίς αμετάκλητες συνέπειες σε διεθνές επίπεδο, δεν μπορεί να αποτραπεί αποτελεσματικά η καταστροφή. Έτσι, το 2024, ξεκίνησε η προσπάθεια να αναγνωριστεί η οικοκτονία ως το πέμπτο διεθνές έγκλημα στο Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, μετά τη γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα εγκλήματα πολέμου και το έγκλημα επιθετικότητας.

Στην προσπάθεια αυτή πρωτοστατούν μερικά από τα πλέον περιβαλλοντικά ευάλωτα κράτη του πλανήτη, το Βανουάτου, τα νησιά Φίτζι, η Σαμόα και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Παράλληλες κινήσεις γίνονται και σε περιφερειακό επίπεδο. Ήδη, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης έχουν υιοθετήσει μηχανισμούς που διώκουν εγκλήματα επιπέδου οικοκτονίας. Στην Αφρικανική Διυπουργική Διάσκεψη για το Περιβάλλον το 2025, συμφωνήθηκε ότι το δίκαιο της οικοκτονίας είναι προτεραιότητα για την ήπειρο. Το Βέλγιο ποινικοποίησε την οικοκτονία το 2024, ενώ παρόμοιους νόμους προωθούν η Σκωτία (όπου ο νόμος βρίσκεται σε στάδιο τελικής έγκρισης), η Ιταλία, η Ολλανδία, η Ινδία, η Γκάνα, η Αργεντινή, το Μεξικό και το Περού. Η πολυμερής πρόοδος τροφοδοτεί αυτή την έκρηξη εθνικής νομοθεσίας και οι νέοι εθνικοί νόμοι ενισχύουν με τη σειρά τους τα πολυμερή πλαίσια.

Όταν αρκετά κράτη παρέχουν τέτοια δυνατότητα νομικής δράσης, τα περιθώρια παράκαμψης της λογοδοσίας θα μειωθούν. Οι τράπεζες θα επανεξετάζουν τις χρηματοδοτήσεις, οι ασφαλιστικές εταιρείες θα αναπροσαρμόσουν τους κίνδυνους, τα διοικητικά συμβούλια και οι πολιτικοί θα αξιολογούν πολύ σοβαρότερα το «όχι» ως ενδεδειγμένη απάντηση.

Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο νόμος περιορίζει την εξουσία και η ουσιαστική απάντηση στην περιβαλλοντική κρίση είναι το διεθνές δίκαιο της οικοκτονίας: σαφές, εφαρμόσιμο και σχεδιασμένο να προλαμβάνει τη βλάβη πριν αυτή συμβεί.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Μοιραστείτε τό