
ΠΟΦΕ : Η Αναγκαιότητα Αναπροσαρμογής του Ακατάσχετου Ορίου. Πρόταση για τα 1.600€
Το ζήτημα του ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού αποτελεί έναν από τους κρισιμότερους πυλώνες προστασίας του πολίτη έναντι των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης του Δημοσίου. Στην ελληνική πραγματικότητα, το όριο αυτό θεσπίστηκε με σκοπό τη διασφάλιση των στοιχειωδών πόρων διαβίωσης του οφειλέτη. Ωστόσο, η παραμονή του στο ίδιο επίπεδο για πάνω από μία δεκαετία, παρά τις δομικές αλλαγές στην οικονομία και την αύξηση του κόστους ζωής, εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητά του.
Το βασικό ακατάσχετο όριο των 1.250 ευρώ παραμένει στατικό στην ελληνική έννομη τάξη από το 2014, παρά τις ραγδαίες μεταβολές στο οικονομικό περιβάλλον. Η ανάγκη για αύξησή του, με συχνότερη πρόταση αυτή των 1.600 ευρώ, εδράζεται σε τέσσερις κεντρικούς πυλώνες:
Πρώτος πυλώνας: Πληθωριστική Πίεση και Ακρίβεια
Η αγοραστική δύναμη των 1.250 ευρώ το 2014 δεν είναι συγκρίσιμη με τη σημερινή. Η κατακόρυφη αύξηση του κόστους ενέργειας, των ενοικίων και των αγαθών πρώτης ανάγκης καθιστά το τρέχον όριο ανεπαρκές για την εξασφάλιση του «αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης», το οποίο αποτελεί συνταγματική επιταγή.
Δεύτερος πυλώνας: Σύνδεση με τον Κατώτατο Μισθό
Ενώ ο κατώτατος μισθός έχει υποστεί διαδοχικές αυξήσεις τα τελευταία έτη, το ακατάσχετο όριο παραμένει καθηλωμένο. Αυτό δημιουργεί μια παράδοξη δυσαρμονία: το κράτος αναγνωρίζει την ανάγκη για υψηλότερες απολαβές λόγω κόστους ζωής, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει την κατάσχεση ποσών που υπερβαίνουν ένα παρωχημένο όριο δεκαετίας.
Τρίτος πυλώνας: Μηδενικό Δημοσιονομικό Κόστος και Οικονομική Ευστάθεια
Σύμφωνα με επίσημες προτάσεις φορέων, όπως το Επιμελητήριο Ηρακλείου, η αύξηση του ορίου στα 1.600 ευρώ δεν συνεπάγεται δημοσιονομικό κόστος για το κράτος, καθώς δεν αποτελεί δαπάνη του προϋπολογισμού. Αντίθετα, λειτουργεί ευεργετικά για την οικονομία, αφού επιτρέπει στον οφειλέτη να παραμείνει οικονομικά ενεργός, να καλύπτει τις τρέχουσες υποχρεώσεις του και να είναι συνεπής σε ρυθμίσεις, αποτρέποντας την πλήρη οικονομική του εξουθένωση και την κοινωνική περιθώριο ποίηση.
Τέταρτος πυλώνας: Στήριξη της Μικρομεσαίας Επιχειρηματικότητας
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις μικρές επιχειρήσεις, το ακατάσχετο όριο αποτελεί τη μοναδική «ανάσα» για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών και την πληρωμή προμηθευτών. Η αύξηση στα 1.600 ευρώ θα ενισχύσει τη ρευστότητα στην αγορά, καθώς τα χρήματα αυτά επιστρέφουν άμεσα στην κατανάλωση. Η διασφάλιση ενός ελάχιστου κεφαλαίου κίνησης εμποδίζει το «λουκέτο» σε βιώσιμες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν παροδικά προβλήματα ρευστότητας, διασφαλίζοντας παράλληλα θέσεις εργασίας.
Αξίζει να επισημανθεί ότι το 2014 η μέση τιμή του καυσίμου ήταν περίπου 1,67€/λίτρο ενώ σήμερα το 2026 είναι περίπου 2,023€/λίτρο.
Η διατήρηση του ορίου στα 1.250 ευρώ για πάνω από 10 χρόνια θεωρείται πλέον αναχρονιστική. Η μετάβαση σε ένα όριο της τάξεως των 1.600 ευρώ θα αποτελούσε μια δίκαιη προσαρμογή στα νέα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, εξισορροπώντας το δικαίωμα του Δημοσίου για είσπραξη οφειλών με το δικαίωμα του πολίτη στη βιοποριστική ασφάλεια. Πλέον η αύξηση του ακατάσχετου ορίου στα 1.600 ευρώ δεν αποτελεί απλώς ένα αίτημα οικονομικής ελάφρυνσης, αλλά μια επιτακτική ανάγκη προσαρμογής της νομοθεσίας στα σύγχρονα δεδομένα. Όπως αναδείχθηκε, μια τέτοια κίνηση θα προσέφερε την απαραίτητη «ανάσα» σε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, χωρίς να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Αντιθέτως, η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και η διασφάλιση της βιωσιμότητας των επαγγελματιών λειτουργούν πολλαπλασια-στικά για την εθνική οικονομία. Η πολιτεία καλείται να αναγνωρίσει ότι η προστασία του πολίτη από την οικονομική εξουθένωση είναι η ασφαλέστερη οδός για την υγιή και μακροπρόθεσμη είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Με τιμή
Για το Δ.Σ.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Κωνσταντίνος Αναστόπουλος Μανούσος Ντουκάκης

