
Ο πληθωρισμός των πτυχίων
Ο πληθωρισμός των πτυχίων
Ντελή Ιμπραήμ Μπερρήν, Ανδρέας Δριχούτης
Η ζήτηση για μεταπτυχιακούς τίτλους αυξήθηκε σημαντικά και μαζί της αυξήθηκε και η προσφορά νέων, συχνά εξ αποστάσεως, προγραμμάτων
ταν ένας εργοδότης προσλαμβάνει έναν νέο εργαζόμενο, δε γνωρίζει εκ των προτέρων πόσο ικανός ή παραγωγικός θα είναι. Ο υποψήφιος γνωρίζει τις πραγματικές του δυνατότητες, ο εργοδότης όμως όχι. Για να περιορίσει αυτή την αβεβαιότητα, αναζητά ενδείξεις που θα τον βοηθήσουν να επιλέξει. Ο νομπελίστας οικονομολόγος Michael Spence περιέγραψε το 1973 πώς η εκπαίδευση και οι ακαδημαϊκοί τίτλοι μπορούν να λειτουργούν ως «σήματα» (signals) προς τους εργοδότες: όχι μόνο επειδή ενδέχεται να δημιουργούν γνώσεις και δεξιότητες, αλλά και επειδή η απόκτηση τους μεταφέρει πληροφορία για τη παραγωγική ικανότητα, την επιμονή και την πειθαρχία του κατόχου τους.
Η θεωρία αυτή, βασίζεται σε μία κρίσιμη προϋπόθεση: ένας τίτλος έχει πληροφοριακή αξία μόνο όταν δεν μπορούν όλοι να τον αποκτήσουν με την ίδια ευκολία.
Όταν το κόστος του – σε χρόνο, προσπάθεια και ακαδημαϊκές απαιτήσεις – μειώνεται, περιορίζεται η ικανότητα του να διακρίνει τους υποψηφίους. Όπως δηλαδή με τον πληθωρισμό, όπου η αύξηση της ποσότητας χρήματος χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής, μειώνει την αξία του, έτσι και με την εκπαίδευση: όσο περισσότεροι αποκτούν τον ίδιο τίτλο χωρίς αντίστοιχη αύξηση γνώσεων και δεξιοτήτων, τόσο μειώνεται η σηματοδοτική του δύναμη.
Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι η αύξηση του αριθμού των τίτλων συνιστά από μόνη της εκπαιδευτικό πληθωρισμό. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η αύξηση των αποφοίτων δε συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση γνώσεων και δεξιοτήτων ή όταν η αγορά εργασίας και το Δημόσιο απαιτούν ολοένα υψηλότερους τίτλους για θέσεις των οποίων τα καθήκοντα και οι απαιτούμενες δεξιότητες δεν έχουν μεταβληθεί ουσιαστικά.
Κάποτε ένα πανεπιστημιακό πτυχίο ήταν αρκετό για να ανοίξει πολλές πόρτες στην αγορά εργασίας. Σταδιακά, όμως, έπαψε να αποτελεί στοιχείο διάκρισης και το
μεταπτυχιακό δίπλωμα έγινε το νέο «εισιτήριο». Η ζήτηση για μεταπτυχιακούς τίτλους αυξήθηκε σημαντικά και μαζί της αυξήθηκε και η προσφορά νέων, συχνά εξ αποστάσεως, προγραμμάτων.
Και ενώ η ανάπτυξη νέων μεταπτυχιακών προγραμμάτων και η εξ αποστάσεως εκπαίδευση δεν αποτελούν από μόνες τους πρόβλημα -αντίθετα διεύρυναν την πρόσβαση για εργαζομένους, γονείς και ανθρώπους που ζουν μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα – δημιουργείται πρόβλημα όταν μαζί με τα εμπόδια πρόσβασης μειώνονται και οι ακαδημαϊκές απαιτήσεις. Τότε το μεταπτυχιακό μεταφέρει λιγότερη πληροφορία για τις πραγματικές γνώσεις και ικανότητες του κατόχου του.
Η αποδυνάμωση αυτή έχει κόστος. Οι εργοδότες χρειάζονται περισσότερες δοκιμασίες, συνεντεύξεις και εναλλακτικά διαπιστευτήρια για να εντοπίσουν ταλέντο, ενώ η ίδια η οικονομία κατανέμει λιγότερο αποτελεσματικά το ανθρώπινο κεφάλαιό της.
Η αποδυνάμωση αυτή της πληροφοριακής ισχύος των τίτλων, επιταχύνεται πλέον και από την τεχνητή νοημοσύνη. Εργασίες που άλλοτε απαιτούσαν ημέρες ή εβδομάδες έρευνας μπορούν να παραχθούν μέσα σε λίγα λεπτά, υπονομεύοντας ιδίως τις μη επιτηρούμενες εξ αποστάσεως αξιολογήσεις. Η εξέλιξη αυτή αναγκάζει ακόμη και κορυφαία πανεπιστήμια, όπως το Harvard, να επανεξετάσουν τις μεθόδους αξιολόγησης και να επαναφέρουν, όπου χρειάζεται, δια ζώσης εξετάσεις, προφορικές υποστηρίξεις και αξιολόγηση της διαδικασίας παραγωγής μιας εργασίας. Το ζητούμενο δεν είναι να απαγορευθεί η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά να αποδεικνύεται με πιο αξιόπιστους τρόπους τι γνωρίζει πραγματικά ο φοιτητής.
Στην Ελλάδα, όμως, το ζήτημα αποκτά μια ιδιαίτερη διάσταση. Μέρος της ζήτησης για μεταπτυχιακά προγράμματα προέρχεται από δημοσίους υπαλλήλους που επιδιώκουν πρόσθετα μόρια, μισθολογική εξέλιξη ή καλύτερες θέσεις. Παράλληλα, τα δίδακτρα προσφέρουν στα πανεπιστήμια έσοδα και στα μέλη ΔΕΠ πρόσθετες αμοιβές, ενώ συχνά καλύπτουν ανάγκες που δε χρηματοδοτεί επαρκώς το κράτος.
Δημιουργείται έτσι μια στρεβλή κυκλική συναλλαγή: η ανεπαρκής δημόσια χρηματοδότηση καλύπτεται από επί πληρωμή μεταπτυχιακά, ενώ το Δημόσιο επιβαρύνεται στη συνέχεια με τις άμεσες ή έμμεσες μισθολογικές απολαβές που συνδέονται με τους νέους τίτλους.
Η πίεση αυτή ενδέχεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια από τη δημογραφική συρρίκνωση και την αύξηση του αριθμού των παρόχων ανώτατης εκπαίδευσης. Όταν
λιγότεροι νέοι διεκδικούνται από περισσότερα προγράμματα σπουδών και η οικονομική βιωσιμότητα ορισμένων από αυτά εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών, εντείνεται η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη προσέλκυσης και διατήρησης φοιτητών και στη διατήρηση υψηλών ακαδημαϊκών απαιτήσεων. Ο ανταγωνισμός μπορεί να λειτουργήσει θετικά, βελτιώνοντας την ποιότητα και τις παρεχόμενες υπηρεσίες μπορεί, όμως, υπό ορισμένες συνθήκες, να δημιουργήσει και κίνητρα για «εκπτώσεις» στις ακαδημαϊκές απαιτήσεις.
Ο μηχανισμός αυτοτροφοδοτείται. Όσο περισσότεροι αποκτούν μεταπτυχιακό, τόσο περισσότερο οι υπόλοιποι αισθάνονται ότι πρέπει να κάνουν το ίδιο για να μη βρεθούν σε μειονεκτική θέση. Η αυξημένη ζήτηση οδηγεί σε περισσότερα προγράμματα και περισσότερους τίτλους, μέχρι το μεταπτυχιακό να μετατραπεί από στοιχείο διάκρισης σε τυπική προϋπόθεση. Πρόκειται για μια εκπαιδευτική κούρσα εξοπλισμών: η απόκτηση ενός ακόμη τίτλου είναι ατομικά λογική, επειδή κανείς δεν θέλει να μείνει πίσω όταν όμως την ακολουθούν όλοι, η αξία του ίδιου του τίτλου ως σήματος υποχωρεί.
Όταν το μεταπτυχιακό πάψει να διαφοροποιεί τους υποψηφίους, η αγορά θα αναζητήσει το επόμενο σήμα: το διδακτορικό. Σε μια οικονομία που επενδύει στην έρευνα και την καινοτομία, περισσότεροι διδάκτορες αποτελούν πλεονέκτημα. Η στρέβλωση εμφανίζεται όταν το διδακτορικό επεκτείνεται ως αμυντικό διαπιστευτήριο απέναντι στον πληθωρισμό των μεταπτυχιακών, χωρίς αντίστοιχη ερευνητική ποιότητα ή ζήτηση από την οικονομία. Τότε ο πληθωρισμός των τίτλων μεταφέρεται απλώς ένα επίπεδο ψηλότερα.
Η απάντηση στον πληθωρισμό των τίτλων δεν είναι να καταργήσουμε τα σήματα, αλλά να αποκτήσουμε καλύτερα. Σε αυτή την κατεύθυνση μπορεί να συμβάλει η ουσιαστική ενεργοποίηση του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, σε σύνδεση με το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό, και κυρίως η ανάπτυξη αξιόπιστων μηχανισμών αναγνώρισης γνώσεων και δεξιοτήτων ανεξάρτητα από το πώς αποκτήθηκαν.
Η εργασιακή εμπειρία, η μη τυπική εκπαίδευση και η αποδεδειγμένη επαγγελματική ικανότητα θα πρέπει να μπορούν να πιστοποιούνται αξιόπιστα, μειώνοντας την πίεση για συνεχή απόκτηση νέων ακαδημαϊκών τίτλων.Η παρέμβαση, όμως, δεν μπορεί να αφορά μόνο τη ζήτηση για τίτλους. Χρειάζεται και αυστηρότερη διασφάλιση ποιότητας στην πλευρά της προσφοράς, ιδίως στα εξ αποστάσεως προγράμματα, ώστε η απόκτηση ενός μεταπτυχιακού να προϋποθέτει πραγματικές ακαδημαϊκές απαιτήσεις και αξιόπιστη αξιολόγηση και να μην καταλήγει σε μια απλή συναλλαγή τίτλου έναντι διδάκτρων.
Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να βοηθήσουν οι σαφείς και αυστηρές ακαδημαϊκές απαιτήσεις, με αξιόπιστες και επιτηρούμενες εξετάσεις, προφορικές υποστηρίξεις, εξωτερική αξιολόγηση και διαφάνεια ως προς τα ποσοστά εισαγωγής, αποφοίτησης και τις πραγματικές απαιτήσεις κάθε προγράμματος.
Περισσότερο από μισό αιώνα μετά τον Spence, το ερώτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε περισσότερους ακαδημαϊκούς τίτλους, αλλά αν αυτοί εξακολουθούν να μεταφέρουν αξιόπιστη πληροφορία για τη γνώση, την ικανότητα και την προσπάθεια. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να παράγουμε ακριβότερα διαπιστευτήρια, όχι κατ’ ανάγκην περισσότερη γνώση. Και αυτή ίσως είναι μία από τις σημαντικότερες εκπαιδευτικές και αναπτυξιακές προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας.
Το Νόμπελ Οικονομίας απονεμήθηκε στο Michael Spence το 2001, για την ανάλυση αγορών με ασύμμετρη πληροφόρηση. Το άρθρο του Michael Spence “Job Market Signalling”, που δημοσιεύθηκε το 1973, παραμένει επίκαιρο μέχρι σήμερα.
Η Ελλάδα αποτελεί ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας οικονομίας όπου ο μηχανισμός αυτός δοκιμάζεται στα όριά του — από το πτυχίο
ως το μεταπτυχιακό, και ενδεχομένως σύντομα ως το διδακτορικό.
- Ντελή Ιμπραήμ Μπερρήν, Οικονομολόγος και Αναπληρώτρια Γραμματέας του Τομέα Οικονομικών ΠαΣοκ.
- Ανδρέας Δριχούτης, Καθηγητής, Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
