Επέτειος του απαγχονισμού του Κύπριου ήρωα αντιστασιακού Ευαγόρα Παλληκαρίδη από τους Άγγλους δυνάστες

Επέτειος του απαγχονισμού του Κύπριου ήρωα αντιστασιακού Ευαγόρα Παλληκαρίδη από τους Άγγλους δυνάστες

Ο Κύπριος αγωνιστής της Ε.Ο.Κ.Α., Ευαγόρας Παλληκαρίδης,  απαγχονίζεται  στις 14 Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις 19 ετών.Ήταν ο νεαρότερος αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους. Ο τάφος του βρίσκεται στη Λευκωσία, στα Φυλακισμένα Μνήματα.

Γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου  1938 στο χωριό Τσάδα, της επαρχίας Πάφου. Μπήκε νωρίς στον αγώνα, από τα μαθητικά του χρόνια κιόλας.

Ένταξη στην ΕΟΚΑ

Σε ηλικία 17 χρόνων, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης εγκατέλειψε το σχολείο και εντάχθηκε στις αντάρτικες ομάδες της ΕΟΚΑ. Στις 17 Νοεμβρίου 1955 οι μαθητές του Γυμνασίου συγκεντρώθηκαν και προετοίμαζαν μια διαδήλωση από τις γνωστές που οργάνωνε η ΑΝΕ  (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ) ως αντιπερισπασμό. Οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολήσουν αδιάκριτα τους διαδηλωτές. Ο Ευαγόρας συλλαμβάνεται και οδηγείται στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετείχε παράνομα σε οχλαγωγίες. Ο Ευαγόρας δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η δίκη αναβλήθηκε για τις 6 Δεκεμβρίου. Ήταν η αρχή του τέλους. Μια μέρα πριν τη δίκη, μπαίνει κρυφά στο σχολείο και αφήνει στην έδρα ένα σημείωμα:

Παλιοί συμμαθηταί,

Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.
Γειά σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα. Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Την επόμενη μέρα της καταδίκης του Παλληκαρίδη, οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον Τζον Χαρντινγκ με το οποίο του ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στον Ευαγόρα. Όλος ο κόσμος αρχίζει μια προσπάθεια να σώσει τον νεαρό μαθητή. Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αποτρέψει την εκτέλεσή του. Η Κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητά προσωπική παρέμβαση του βασιλιά Παύλου. Η Βουλή των Ελλήνων στέλνει τηλεγραφήματα προς την Βουλή των Κοινοτήτων και τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δωρόθεος,  ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος, ο δήαμαρχος Λευκωσίας κ. Δέρβης, 40 Εργατικοί  Βρετανοί βουλευτές, συντεχνίες, ο Αρχιεπίσκοπος Νοτίου Αφρικής Νικόδημος, ο Αμερικανός Γερουσιαστής Fulton, απλοί πολίτες προσπαθούν να ματαιώσουν αυτή την εκτέλεση. Ο Χάρτινγκ όμως και η βρετανική διπλωματία απορρίπτει την απονομή χάριτος.

Εννέα δευτερόλεπτα μέχρι τον θάνατο.

Τόσος χρόνος χρειάστηκε μέχρι να ξεψυχήσει στην αγχόνη ο ηρωικός Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Το κυνικό ντοκουμέντο του άγγλου δημίου…  Ο γενναίος αυτός πατριώτης, σύμφωνα με τις σημειώσεις που κρατούσε ο διαβόητος δήμιος της βρετανικής αποικιοκρατίας, Harry Allen, κατά τη διάρκεια των απαγχονισμών των ηρώων της ΕΟΚΑ, ξεψύχησε ηρωικά 9 δευτερόλεπτα μετά από τη στιγμή που άνοιξε η ξύλινη καταπακτή της αγχόνης. Ο Άλλεν είχε κρατήσει «ενθύμιο» της αιματοβαμμένης θητείας του στις φυλακές Λευκωσίας.
Ο δήμιος συνέδεσε το όνομά του με τους απαγχονισμούς εννέα πατριωτών που οδηγήθηκαν στον θάνατο για τη συμμετοχή τους στην ΕΟΚΑ, η οποία τη δεκαετία του ΄50 ανέλαβε ένοπλη δράση για την αποτίναξη της βρετανικής κατοχής στο νησί  και την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Παλληκαρίδης ήταν ο νεότερος από τους εκτελεσθέντες και η θυσία του συγκίνησε το πανελλήνιο.
Πιάστηκε να μεταφέρει οπλοπολυβόλο μπρεν και τρεις γεμιστήρες στη Λευκωσία.
Στη δίκη του τον ρώτησε ο δικαστής: «Έχεις να είπης τι, διατί να μην σου επιβληθεί ποινή;». Παραδέχτηκε την ενοχή του και είπε: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα, το έκαμα ως Έλλην Κύπριος, όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.»

Στο τελευταίο γράμμα του έγραψε: «Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου.
Ίσως αυτό να’ ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα, τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί»…

Η μαρτυρία του ιερέα των φυλακών…


Όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το βράδυ, τα περιγράφει ο ίδιος ο Παπάντωνης μέσα στο βιβλίο του, «Πώς έζησα το δράμα των Απαγχονισθέντων»:

“Τό απόγευμα τής 13ης Μαρτίου ό διοργανωτής των εκτελέσεων κ. Λκκερ μέ ενημέρωσε περί τής εκτελέσεως τού Παλληκαρίδη και ότι έπρεπε ώς συνήθως νά παραμείνω στάς Φύλακας.
Εζήτησα νά μείνω στο σπίτι μου και νά μεταφερθώ εις τάς Φύλακας ολίγον προ τής εκτελέσεως και εδέχθησαν μέ τήν ύπόσχεσιν διότι πράγματι θά εύρισκόμην στο σπίτι, γιατί όπως αντελήφθην ενόμιζαν πώς θά τούς γελούσα.
Εκανονίσαμεν ή ώρα 10 μ.μ. νά ρθούν νά μέ πάρουν, όπως και έγινε. Μόλις έφθασα στάς Φύλακας, ώδηγήθην πλησίον τού Παλληκαρίδη διά νά τού μεταδώσω τήν Θείαν Κοινωνίαν. Τον βρήκα απολύτως ήρεμον χωρίς την παραμικράν έκδήλωσιν ταραχής ή λιποψυχίας.
Τά λόγια του εις τήν συνομιλίαν μας ήσαν κοφτά και μετρημένα. Έκάθητο εις τό κρεββάτι του, πού έψαυε σχεδόν τό δάπεδον του κελλιού, και έγώ λίγον υψηλότερα σ’ ένα σκαμνί.
Τον είχαν στο κελλί τού Ανδρέα Δημητρίου, και στο άλλο τού Καραολή είχαν τον Μαϊμάρη, πού τον κατεδίκασαν γιά φόνο. Δύο είναι τά κελλιά τών μελλοθανάτων πλησίον τής αγχόνης, και γι’ αυτό τούς δύο πρώτους τούς είχαν σ’ αυτά τά κελλιά πού είναι πολύ πληκτικά, όπως και τώρα τούς δύο αυτούς, μέ τήν διαφοράν ότι τώρα μόνον ό ένας μέ ενδιέφερε εθνικά….
Όταν συνελήφθη μέσα στο δάσος μέ ένα όπλο, πού δέν μπορούσε νά χρησιμοποιηθή, ήτο νύχτα, και οί σύντροφοί του έτρεξαν και έφυγαν, και δέν συνελήφθησαν. Αυτός όμως δέν έτρεξε να φύγη. Και περίεργος γι’ αυτό τού υποβάλλω τήν έρώτησιν….
– Γιατί δέν έτρεξες νά φύγης και σύ όπως έκαμαν οί άλλοι;…
Έσήκωσε τό πρόσωπόν του και μέ είδε στά μάτια, γιατί ήτο σκυφτός, και μέ έλαφρόν μειδίαμα μού λέγει.
-Τούς επήρα γιά δειλούς, όταν τους είδα νά τρέχουν.
Επικρατεί σιωπή. Και πάλιν ερωτώ.
-Έχεις τίποτε νά μού πής, παιδί μου ;
– Μετανοιώνω γιά κείνο πού έκαμα και άν ζούσα δέν θά το ξανάκαμνα.
Δέν εννοούσε τό ότι έλαβε μέρος στον αγώνα αλλά άλλο πράγμα, τής ψυχής….
Τού υπέδειξα, άν ήθελε νά αφήσει τον Σταυρόν του νά τον έχωμεν ώς ένθύμιον, άλλά μου λέγει: Όχι πάτερ, θέλω νά τον πάρω μαζί μου.
Λυπήθηκα, πού δέν σκέφθηκα νά πάρω άλλον μαζί μου και να τον κρατούσα ώς  ιερόν κειμήλιον όπως έκαμα στους τρεις προηγουμένους. Μετά τήν εκτέλεση τον έφερε στο λαιμό του.
Τού συνέστησα νά έχη θάρρος μέχρι τέλους και νά μήν άφήση τήν εντύπωση στους άγγλους δημίους ότι έδειλίασε.
– Έχω θάρρος, μού λέγει, και δέν θά δειλιάσω, εύχομαι δέ να είμαι ό τελευταίος. 
Τά τελευταία του λόγια ήσαν:
Τούς χαιρετισμούς μου εις όλους, και εύχομαι σύντομα τήν έλευθερίαν τής Κύπρου.

Τού μετέδωσα τέλος τήν Θείαν Κοινωνίαν. Και αφού τον εφίλησα, τον απεχαιρέτισα μέ τάς λέξεις, θάρρος, και νά μήν χάνης τάς ελπίδας σου. Κάποια έλπίς διασώσεώς του υπήρχε μέχρι τής τελευταίας στιγμής, ήτοι τής ενδέκατης και μισής, πού έξετελέσθη.
Ο Μαϊμάρης όταν μέ είδε νά φεύγω άπό τό διπλανό κελλί, έφώναζε και έκλαιε και έτάρασσε τήν γαλήνη και τήν σιγήν τής νύχτας γύρω από τήν αγχόνην”.
Σημ. Η  φωτογραφία που δημοσιεύουμε και τον απεικονίζει με τον ιερέα στη φυλακή, ανέβηκε στο διαδίκτυο με τη λεζάντα «Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης στις τελευταίες του στιγμές»… Προέρχεται όμως από ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στη ζωή και τη θυσία των αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Μπορεί να μην είναι αυθεντική, αλλά αναπαριστά με ακρίβεια τις τελευταίες ώρες του μελλοθάνατου που εξομολογείται στον ιερέα Παπάντωνη Ερωτοκρίτου, λίγο πριν από τον απαγχονισμό….

Με πηγές από wikipedia & mixanitouxronou.gr

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Μοιραστείτε τό