
Άλλο ο εκβιασμός, άλλο ο βιοπορισμός
Παρέμβαση του Αντιπροέδρου του Εργατικού Κέντρου Κομοτηνής, Γιώργου Δημητριάδη, για τις δηλώσεις της ευρωβουλεύτριας Ελεονώρας Μελέτη και την ποιότητα της πολιτικής εκπροσώπησης
Τα εργασιακά δικαιώματα δεν αποτελούν απειλή για την επιχειρηματικότητα. Αποτελούν προϋπόθεση κοινωνικής ισορροπίας.
Το εργατικό δίκαιο διαμορφώθηκε ακριβώς επειδή εργοδότης και εργαζόμενος δεν διαθέτουν ισοδύναμη διαπραγματευτική ισχύ. Η παραγνώριση αυτής της θεμελιώδους αρχής δεν μπορεί να υποκατασταθεί από επικοινωνιακές διευκρινίσεις.
Γι’ αυτό η αναφορά της ευρωβουλεύτριας Ελεονώρας Μελέτη σε εργοδότες που «εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους», σε συζήτηση για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στην εργασία, δεν μπορεί να προσπεραστεί ως απλή λεκτική αστοχία.
Ας είμαστε σαφείς: οι εργοδότες δικαιούνται προστασία από πράγματι παράνομες συμπεριφορές. Αλλά όταν συζητείται η εργασιακή εξουθένωση, η αβεβαιότητα, οι πιέσεις και η ψυχική υγεία των εργαζομένων, η επιλογή να μετατοπιστεί το ενδιαφέρον στους «εκβιαζόμενους εργοδότες» συνιστά πολιτική επιλογή προτεραιοτήτων. Και αυτή η επιλογή οφείλει να κρίνεται.
Ως συνδικαλιστικός εκπρόσωπος, θεωρώ αναγκαία μια καθαρή διάκριση: εκβιασμός είναι συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά, όχι η διαπραγματευτική πίεση που ασκείται νόμιμα. Η απαίτηση καταβολής δεδουλευμένων, η άρνηση απλήρωτων υπερωριών, η διεκδίκηση συλλογικής σύμβασης και η προσφυγή στο σωματείο δεν είναι «αντιεπαγγελματισμός». Είναι άσκηση δικαιωμάτων.
Η κ. Μελέτη υποστήριξε στη συνέχεια ότι η φράση της απομονώθηκε από το συνολικό πλαίσιο. Η εξήγηση αυτή πρέπει να καταγραφεί. Δεν καταργεί όμως το ερώτημα: γιατί το βάρος μιας συζήτησης για την προστασία της εργασίας μεταφέρεται στο ενδεχόμενο ο εργοδότης να είναι το θύμα;
Το θέμα υπερβαίνει μία δήλωση. Τον Δεκέμβριο του 2025, ο ευρωβουλευτής Νίκος Παππάς βρέθηκε στο επίκεντρο καταγγελίας για επίθεση σε δημοσιογράφο στο Στρασβούργο και τέθηκε εκτός της ευρωομάδας του. Τα δύο περιστατικά δεν εξισώνονται: το ένα αφορά καταγγελλόμενη σωματική βία και το άλλο δημόσιο πολιτικό λόγο. Θέτουν, ωστόσο, διαφορετικές όψεις της ευθύνης που συνοδεύει ένα εκλεγμένο αξίωμα.
Όταν τα κόμματα επενδύουν στην αναγνωρισιμότητα, πόσο αξιολογούν την κοινωνική εμπειρία, τη θεσμική συγκρότηση και τη γνώση των προβλημάτων που καλούνται να διαχειριστούν οι εκπρόσωποί τους; Η δημοφιλία δεν αποκλείει την επάρκεια. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της πιστοποιητικό πολιτικής καταλληλότητας.
Από τη Ροδόπη, όπου οι εργαζόμενοι, οι νέοι και οι μικρές επιχειρήσεις ζουν καθημερινά τις δυσκολίες της περιφέρειας, η ανάγκη για ουσιαστική εκπροσώπηση είναι χειροπιαστή. Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκές πολιτικές που ενισχύουν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τους ελέγχους και την πρόληψη της εργασιακής εξουθένωσης όχι ρητορικές που θολώνουν τη διάκριση ανάμεσα στη διεκδίκηση και στην παρανομία.
Διότι η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη απλώς από αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που αναγνωρίζουν την κοινωνία την οποία εκπροσωπούν.
Άλλο πράγμα είναι να σε γνωρίζει η κοινωνία και εντελώς διαφορετικό να γνωρίζεις εσύ την κοινωνία.
Γιώργος Δημητριάδης
