
Άρης Γ. Μαυρομμάτης: «Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι ένα νέο τεχνολογικό εργαλείο, αλλά πολιτισμικό γεγονός»
«Για πρώτη φορά, ένα δημιούργημα της ανθρώπινης σκέψης θέτει ερωτήματα στην ίδια τη σκέψη που το γέννησε» λέει ο Άρης Γ. Μαυρομμάτης με αφορμή τα δοκίμιά του «Φιλοσοφία και τεχνητή νοημοσύνη» και «Τέχνη και τεχνητή νοημοσύνη» (εκδ. Καπόν).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Τη συνομιλία της Τεχνητής Νοημοσύνης με την Τέχνη και τη Φιλοσοφία παρακολουθεί και αναλύει ο Άρης Γ. Μαυρομμάτης στις δυο συλλογές δοκιμίων του Φιλοσοφία και Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη και Τεχνητή Νοημοσύνη.
Σε συνέντευξη που μας παραχώρησε, ο συγγραφέας, πανεπιστημιακός δάσκαλος και ερευνητής μάς μίλησε για τα δύο έργα του, τον τρόπο που η μηχανή πλέον επηρεάζει τη φιλοσοφική σκέψη αλλά και την καλλιτεχνική έκφραση, την πορεία του ανθρώπου μέσα στην Ιστορία ως το κομβικό σημείο της εμφάνισης της ΤΝ και το μετά.
Πρόσφατα δημοσιεύσατε δύο βιβλία για την Τεχνητή Νοημοσύνη (εκδ. Καπόν) και το πώς αυτή επηρεάζει το πεδίο της Φιλοσοφίας, καθώς και της Τέχνης. Τι ενώνει αυτά τα δύο δοκίμια μεταξύ τους; Ποια κοινή αντίληψη εκφράζουν;
Αν έπρεπε να απαντήσω με μία μόνο φράση, θα έλεγα ότι τα δύο βιβλία ενώνονται από μια κοινή αγωνία: τι σημαίνει να παραμένουμε άνθρωποι μέσα σε μια εποχή όπου η παραγωγή νοητικών λειτουργιών παύει να είναι αποκλειστικά ανθρώπινο πεδίο.
Τα βιβλία Φιλοσοφία και Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη και Τεχνητή Νοημοσύνη δεν γράφτηκαν ως δύο ανεξάρτητα έργα. Στην πραγματικότητα αποτελούν δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας αναζήτησης. Το πρώτο στρέφεται προς τη σκέψη, το δεύτερο προς τη δημιουργία. Το πρώτο διερευνά την αλήθεια, τη γνώση, την κατανόηση, τη συνείδηση. Το δεύτερο τη μνήμη, τη φαντασία, την αισθητική εμπειρία και τη δημιουργική πράξη. Και στα δύο όμως, το πραγματικό αντικείμενο δεν είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη, είναι ο άνθρωπος.
Η ΤΝ λειτουργεί εδώ ως καθρέφτης. Δεν εμφανίζεται μόνο ως ένα νέο τεχνολογικό εργαλείο, αλλά ως ένα πολιτισμικό γεγονός που μας υποχρεώνει να επιστρέψουμε σε ερωτήματα τα οποία θεωρούσαμε σχεδόν λυμένα. Τι σημαίνει κατανόηση; Μπορεί να υπάρξει γνώση χωρίς εμπειρία; Δημιουργία χωρίς βίωμα; Τέχνη χωρίς θνητότητα; Μπορεί μια μηχανή να επεξεργάζεται πληροφορίες χωρίς να κατανοεί και εμείς να συνεχίζουμε να θεωρούμε την κατανόηση αυτονόητη;
Στο έργο Φιλοσοφία και Τεχνητή Νοημοσύνη επέλεξα τη μορφή του διαλόγου ανάμεσα σε φιλοσόφους και στην ίδια την ΤΝ. Η επιλογή αυτή δεν ήταν λογοτεχνικό εύρημα αλλά θέση. Θεωρώ ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως τεχνικό αντικείμενο. Είναι πολιτισμικό γεγονός, γιατί η εμφάνισή της δεν έγινε έξω από την ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Γεννήθηκε μέσα από αυτήν. Γεννήθηκε μέσα από τη λογική, τα μαθηματικά, τη γλώσσα, τη φιλοσοφία και την πορεία του ανθρώπου προς την αφαίρεση.
Στο έργο Τέχνη και Τεχνητή Νοημοσύνη η πορεία αντιστρέφεται. Εκεί δεν εξετάζω μόνο αν η μηχανή μπορεί να δημιουργήσει, αλλά τι συμβαίνει όταν η δημιουργία παύει να είναι αποκλειστικά ανθρώπινο προνόμιο. Η παραγωγική ΤΝ μεταφέρει ξανά τη γλώσσα στο κέντρο της δημιουργικής διαδικασίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία, μια λεκτική περιγραφή μπορεί να μετασχηματιστεί σχεδόν άμεσα σε εικόνα, σε μουσική ή σε αφήγηση. Η λέξη παύει να είναι μόνο φορέας περιγραφής και αποκτά νέα δημιουργική ισχύ.
Κάτω όμως από αυτές τις δύο διαδρομές υπάρχει ένας βαθύτερος κοινός άξονας: η Ευθύνη. Όσο η τεχνολογία αυξάνει τη λειτουργική της ισχύ και ο άνθρωπος επεκτείνει τις δυνατότητες κατανόησης, παρέμβασης και μετασχηματισμού του κόσμου, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «τι μπορεί να κάνει η μηχανή», αλλά «ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη αυτού που κάνει». Η σοφία όμως δεν ταυτίζεται με την ισχύ. Η σοφία είναι η ικανότητα να συνοδεύουμε την ισχύ με κρίση, μέτρο και Ευθύνη. Και γι’ αυτό επιστρέφουμε σήμερα ξανά στη Φιλοσοφία και στην Τέχνη. Επειδή αποτελούν τους δύο μεγάλους πολιτισμικούς άξονες μέσα από τους οποίους ο άνθρωπος επιχειρεί εδώ και χιλιάδες χρόνια να κατανοήσει τον εαυτό του και τον κόσμο.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μας οδηγεί μόνο σε μια τεχνολογική μετάβαση. Μας οδηγεί σε μια ανθρωπολογική μετάβαση. Και εκεί το ερώτημα παραμένει το ίδιο όπως πάντα: Ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να γίνουμε.
Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι τα εξώφυλλα και των δύο βιβλίων αποτελούν αυθεντικά έργα της σπουδαίας εικαστικού Όπυς Ζούνη. Θεωρώ ότι η γεωμετρική και εννοιολογική δύναμη του έργου της συνομιλεί βαθιά με τα ίδια τα θέματα των βιβλίων: τη σχέση σκέψης, αφαίρεσης, χώρου και νοητικής αναπαράστασης. Παράλληλα, αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Καπόν για την εξαιρετικά προσεγμένη και υψηλής αισθητικής έκδοση των βιβλίων. Σε μια εποχή ταχύτητας και υπερπαραγωγής εικόνων και κειμένων, η ποιότητα της εκδοτικής φροντίδας παραμένει και αυτή μια μορφή πολιτισμικής Ευθύνης.
Στο βιβλίο για τη Φιλοσοφία εξετάζετε τις ιδέες διάφορων φιλοσόφων, ξεκινώντας με τους Προσωκρατικούς και καταλήγοντας στον Ζίγκμουντ Μπάουμαν, με τις οποίες στη συνέχεια αναμετριέται η Τεχνητή Νοημοσύνη. Θέτετε δηλαδή το ερώτημα αν η μηχανή μπορεί να διακρίνει τις Ιδέες από τις Σκιές (Πλάτωνας), αν μπορεί να κατανοήσει τη σημασία της σιωπής στον λόγο (Βιτγκενστάιν), αν μπορεί να κατανοήσει την ευθύνη της άγνοιας (Μπάουμαν). Με ποιον τρόπο οι έννοιες όπως Αλήθεια, Κατανόηση, Γνώση έχουν αποκτήσει διαφορετικό περιεχόμενο σήμερα;
Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα του βιβλίου Φιλοσοφία και Τεχνητή Νοημοσύνη είναι αν η ΤΝ μπορεί να συμμετάσχει όχι απλώς στην επεξεργασία της πληροφορίας αλλά στον ανθρώπινο ορίζοντα νοήματος. Για τον λόγο αυτό επέλεξα να τη φέρω σε διάλογο με φιλοσόφους οι οποίοι διαμόρφωσαν διαφορετικές εποχές της σκέψης – από τους Προσωκρατικούς έως τον Ζίγκμουντ Μπάουμαν.
Δεν με ενδιέφερε να εξετάσω τι «γνωρίζει» η μηχανή. Με ενδιέφερε να δω τι συμβαίνει όταν η μηχανή βρεθεί απέναντι σε έννοιες που συγκρότησαν τον ίδιο τον άνθρωπο. Η Αλήθεια, για παράδειγμα, στην κλασική φιλοσοφία δεν ήταν απλή πληροφορία. Ήταν αποκάλυψη. Ήταν η προσπάθεια μετάβασης από το φαινόμενο στο ουσιώδες. Στον Πλάτωνα, η αλληγορία του σπηλαίου αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη διαδρομή: από τις σκιές προς τις Ιδέες. Σήμερα όμως ζούμε σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία παράγεται, αναπαράγεται και κυκλοφορεί με πρωτοφανή ταχύτητα. Η αλήθεια τείνει πλέον να συγχέεται όχι με αυτό που είναι, αλλά με αυτό που κυκλοφορεί περισσότερο, επαναλαμβάνεται συχνότερα ή προβάλλεται εντονότερα. Το αληθές μετακινείται από την αναζήτηση προς την αξιολόγηση. Δεν αναζητούμε μόνο την αλήθεια. Καλούμαστε συνεχώς να την κρίνουμε.
Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία να διαθέτουμε τόσο μεγάλη πληροφοριακή αφθονία και ταυτόχρονα να τίθεται τόσο έντονα το πρόβλημα της ερμηνείας.
Ανάλογος μετασχηματισμός παρατηρείται και στη Γνώση. Για αιώνες η γνώση συνδεόταν με τη διάρκεια, τη μελέτη, την πνευματική άσκηση. Σήμερα η πληροφορία είναι άμεσα διαθέσιμη. Όμως η πρόσβαση δεν ταυτίζεται με τη γνώση. Η αποθήκευση δεδομένων δεν παράγει αυτόματα νόημα. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία να διαθέτουμε τόσο μεγάλη πληροφοριακή αφθονία και ταυτόχρονα να τίθεται τόσο έντονα το πρόβλημα της ερμηνείας.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η μεταβολή της έννοιας της Κατανόησης. Η ΤΝ μπορεί να επεξεργάζεται γλώσσα, να απαντά, να συνθέτει κείμενα. Όμως κατανοεί; Εδώ ακριβώς εισέρχεται ο Βιτγκενστάιν. Η σιωπή στον λόγο, το ανείπωτο, τα όρια της γλώσσας υπενθυμίζουν ότι η κατανόηση δεν είναι μόνο λεκτική ή υπολογιστική λειτουργία. Είναι συμμετοχή, εμπειρία, βίωμα. Και από εκεί περνάμε στον Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Θεωρώ ότι ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν είναι ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές, μέσα από τις σκέψεις του οποίου μπορεί κάποιος να κατανοήσει τη σύγχρονη εποχή. Ο Μπάουμαν περιέγραψε τη μετάβαση από τις σταθερές κοινωνίες της νεωτερικότητας σε αυτό που ονόμασε «ρευστή νεωτερικότητα». Έναν κόσμο όπου οι βεβαιότητες εξασθενούν, οι ταυτότητες μεταβάλλονται και η πληροφορία κινείται ταχύτερα από τους θεσμούς που καλούνται να τη διαχειριστούν. Η σκέψη του γίνεται εξαιρετικά επίκαιρη στην εποχή της ΤΝ.
Ενδεχομένως, το σημαντικότερο συμπέρασμα των ιδεών του Μπάουμαν για την εποχή της ΤΝ να είναι ότι, όσο αυξάνεται η λειτουργική ισχύς των συστημάτων, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη για Ευθύνη. Γιατί η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η άγνοια. Είναι η αποδέσμευση της ισχύος από την Ευθύνη.
Η «ευθύνη της άγνοιας», στην οποία αναφέρομαι στο βιβλίο, δεν αφορά απλώς αυτό που δεν γνωρίζουμε. Αφορά και αυτό που επιλέγουμε να μη δούμε. Τη μετατόπιση της ευθύνης προς τον θεσμό, το σύστημα ή τον αλγόριθμο. Και εδώ εμφανίζεται ένα νέο φιλοσοφικό πρόβλημα: όταν ένα σύστημα επηρεάζει αποφάσεις, σχέσεις ή ζωές, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη; Ο δημιουργός; Ο χρήστης; Η εταιρεία; Η κοινωνία; Ενδεχομένως, το σημαντικότερο συμπέρασμα των ιδεών του Μπάουμαν για την εποχή της ΤΝ να είναι ότι, όσο αυξάνεται η λειτουργική ισχύς των συστημάτων, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη για Ευθύνη. Γιατί η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η άγνοια. Είναι η αποδέσμευση της ισχύος από την Ευθύνη.
Τα ρεύματα της Φιλοσοφίας εκφράζουν, αλλά και διαμορφώνουν την εποχή τους αναπόφευκτα: αν κοιτάξουμε τη μεγάλη εικόνα, θα συμπεράνουμε πως οι ιδέες του Σωκράτη, του Αριστοτέλη, του Διαφωτισμού, εξακολουθούν να επηρεάζουν τη νοοτροπία, άρα και τις δράσεις μας, διαμορφώνουν τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη θρησκεία και την πολιτική, οδηγούν σε επαναστάσεις. Αναρωτιέμαι: σε ποιο βαθμό η φιλοσοφική σκέψη, προτού επηρεαστεί από την Τεχνητή Νοημοσύνη, οδήγησε στην ανάπτυξή της, επέτρεψε την εμφάνισή της;
Πιστεύω ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν εμφανίστηκε έξω από την ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Αντίθετα, αποτελεί ένα από τα νεότερα επεισόδιά της. Συχνά αντιμετωπίζουμε την ΤΝ ως τεχνολογική τομή, σχεδόν ως ξένο σώμα που εισβάλλει στον πολιτισμό. Όμως, αν κοιτάξουμε βαθύτερα, θα δούμε ότι η εμφάνισή της προϋποθέτει μια μακρά φιλοσοφική διαδρομή. Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι η ΤΝ δεν γεννήθηκε πρώτα στα εργαστήρια. Γεννήθηκε στη σκέψη.
Οι Προσωκρατικοί έθεσαν ίσως το πρώτο μεγάλο ερώτημα: μπορεί ο κόσμος να περιγραφεί μέσω γενικών αρχών; Η αναζήτηση της ἀρχῆς δεν ήταν μόνο κοσμολογική. Ήταν η πρώτη προσπάθεια αφαίρεσης και μοντελοποίησης της πραγματικότητας. Ο Σωκράτης εισήγαγε τη διαλεκτική ως οργανωμένη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας. Ο Πλάτων οικοδόμησε έναν κόσμο Ιδεών, όπου πίσω από τα επιμέρους φαινόμενα υπάρχουν αφηρημένες μορφές. Ο Αριστοτέλης προχώρησε ακόμη περισσότερο: ταξινόμησε, κατηγοριοποίησε, οργάνωσε τη γνώση. Με έναν τρόπο θα λέγαμε ότι εισήγαγε τις πρώτες μεγάλες δομές αναπαράστασης.
Μπορεί λοιπόν η ΤΝ να μην είναι το τέλος της φιλοσοφικής διαδρομής. Ίσως να είναι η στιγμή όπου η φιλοσοφία συναντά ξανά τον εαυτό της.
Αργότερα, ο Διαφωτισμός ενίσχυσε την πίστη ότι ο κόσμος είναι κατανοήσιμος μέσω του λόγου. Ο Ντεκάρτ αναζήτησε βεβαιότητες μέσω μεθόδου. Ο Λάιμπνιτς ονειρεύτηκε μια καθολική γλώσσα της λογικής, μέσα από την οποία οι διαφωνίες θα μπορούσαν να επιλύονται υπολογιστικά. Η περίφημη φράση Calculemus (ας υπολογίσουμε) μοιάζει σήμερα σχεδόν προφητική. Στον 19ο και τον 20ό αιώνα αυτή η πορεία συναντά τα μαθηματικά, τη λογική και την υπολογισιμότητα. Ο Μπουλ μετατρέπει τη λογική σε άλγεβρα. Ο Φρέγκε, ο Ράσελ και ο Χίλμπερτ επιχειρούν τη θεμελίωση της γνώσης μέσω τυπικών συστημάτων. Και τελικά ο Τούρινγκ θέτει το ερώτημα αν μια μηχανή μπορεί να υπολογίζει με τρόπο γενικό. Βλέπουμε λοιπόν ότι η ΤΝ δεν εμφανίζεται ως ιστορικό ατύχημα. Προκύπτει από μια διαδοχική αλυσίδα: Μύθος → Φιλοσοφία → Λογική → Υπολογισμός → ΤΝ.
Αυτό όμως που θεωρώ ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι σήμερα η πορεία αντιστρέφεται. Για πρώτη φορά, ένα δημιούργημα της ανθρώπινης σκέψης επιστρέφει και θέτει ερωτήματα στην ίδια τη σκέψη που το γέννησε. Η ΤΝ μάς αναγκάζει να επανεξετάσουμε τι σημαίνει γνώση, κατανόηση, δημιουργία, συνείδηση. Μπορεί λοιπόν η ΤΝ να μην είναι το τέλος της φιλοσοφικής διαδρομής. Ίσως να είναι η στιγμή όπου η φιλοσοφία συναντά ξανά τον εαυτό της. Γιατί τελικά η μεγαλύτερη συμβολή της φιλοσοφίας δεν ήταν ότι δημιούργησε μηχανές που σκέφτονται. Ήταν ότι έμαθε τον άνθρωπο να αναρωτιέται.
Στο βιβλίο για την Τέχνη γράφετε πως πλέον πέφτει μεγάλη σημασία στη δύναμη της γλώσσας, καθώς ο άνθρωπος, με μια γλωσσική εντολή, μπορεί να δημιουργήσει μια εικόνα. Ίσως οδηγηθούμε σε έναν «Γλωσσικό Ρομαντισμό», γράφετε, όπου «η δημιουργική φλόγα δεν ανάβει από τον καμβά, αλλά από τη λέξη». Η ίδια η τέχνη του λόγου, όμως, η λογοτεχνία πώς θα επηρεαστεί;
Η εμφάνιση της παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης εισάγει, κατά τη γνώμη μου, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πολιτισμική μετατόπιση: για πρώτη φορά η γλώσσα επιστρέφει στο κέντρο της δημιουργικής πράξης με τρόπο σχεδόν πρωταγωνιστικό.
Για αιώνες η εικόνα, ο ήχος ή η ύλη αποτέλεσαν τα βασικά μέσα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο ζωγράφος ζωγράφιζε, ο γλύπτης σμίλευε, ο μουσικός συνέθετε. Σήμερα όμως ένας άνθρωπος μπορεί να περιγράψει λεκτικά έναν κόσμο και αυτός ο κόσμος να μετασχηματιστεί σχεδόν άμεσα σε εικόνα, μουσική ή κινούμενη μορφή. Όπως εύστοχα εισάγετε τον όρο «Γλωσσικός Ρομαντισμός», φαίνεται ότι αναδύεται μια νέα συνθήκη δημιουργίας, όπου η λέξη λειτουργεί όχι μόνο ως περιγραφή αλλά και ως γενεσιουργός μηχανισμός της εικόνας.
Δεν θεωρώ ότι η ΤΝ θα αντικαταστήσει τον συγγραφέα. Η λογοτεχνία δεν είναι απλή παραγωγή κειμένου. Είναι μνήμη, βίωμα, υπαρξιακή στάση απέναντι στον κόσμο. Ένα μυθιστόρημα δεν είναι μόνο ακολουθία λέξεων. Είναι εμπειρία ζωής που αποκτά μορφή.
Δεν πρόκειται για επιστροφή στον ιστορικό Ρομαντισμό, αλλά για μια νέα πολιτισμική συνθήκη. Μια συνθήκη όπου η δημιουργική πράξη δεν ξεκινά πλέον αποκλειστικά από το χέρι, το εργαλείο ή την ύλη, αλλά από τη γλώσσα, τη μεταφορά και τη σύλληψη. Η σκέψη αυτή βρίσκεται πολύ κοντά σε ένα απόσπασμα του βιβλίου Τέχνη και Τεχνητή Νοημοσύνη, όπου γράφω: «…η δημιουργική φλόγα δεν ανάβει από τον καμβά, αλλά από τη λέξη, όχι από την ύλη, αλλά από τη μεταφορά, το παράδοξο, την εννοιολογική σύγκρουση… Η πράξη της σύνθεσης δεν γίνεται με το πινέλο, αλλά με τη γλώσσα». Σε αυτό το πλαίσιο, ο δημιουργός μετασχηματίζεται σταδιακά από χειριστή μορφών σε χειριστή σημασιών. Η εικόνα δεν προηγείται πλέον πάντοτε της γλώσσας, αλλά πολλές φορές γεννιέται από αυτήν.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν περάσουμε στη λογοτεχνία. Γιατί η λογοτεχνία δεν είναι απλώς χρήση της γλώσσας. Είναι η ίδια η τέχνη της γλώσσας. Εδώ εμφανίζεται ένα ιδιαίτερο παράδοξο: η ΤΝ, η οποία αναπτύχθηκε μέσα από μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, επιστρέφει τώρα και επηρεάζει το ίδιο το πεδίο που συνέβαλε στη γέννησή της.
Θα αλλάξει λοιπόν η λογοτεχνία; Πιστεύω πως ναι. Όχι όμως με τον τρόπο που συχνά φανταζόμαστε. Δεν θεωρώ ότι η ΤΝ θα αντικαταστήσει τον συγγραφέα. Η λογοτεχνία δεν είναι απλή παραγωγή κειμένου. Είναι μνήμη, βίωμα, υπαρξιακή στάση απέναντι στον κόσμο. Ένα μυθιστόρημα δεν είναι μόνο ακολουθία λέξεων. Είναι εμπειρία ζωής που αποκτά μορφή.
Η ΤΝ μπορεί να παραγάγει αφηγήσεις, να μιμείται ύφη και δομές. Η μεγάλη λογοτεχνία όμως γεννιέται όταν η γλώσσα συναντά την ύπαρξη. Γιατί στο τέλος ο αναγνώστης δεν αναζητά μόνο κείμενα. Αναζητά ανθρώπινη παρουσία.
Αυτό που μετασχηματίζεται είναι κυρίως η διαδικασία της γραφής. Αναδύονται ήδη νέες μορφές συνδημιουργίας. Ο συγγραφέας συνομιλεί με συστήματα ΤΝ, πειραματίζεται με αφηγηματικές εκδοχές, επεκτείνει ιδέες, δοκιμάζει διαφορετικές διαδρομές. Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη μεταβολή. Όσο οι μηχανές παράγουν όλο και περισσότερο κείμενο, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτούν η προσωπική φωνή, η μνήμη, η εμπειρία, η σιωπή και το βίωμα. Και εδώ επιστρέφουμε ξανά στη λογοτεχνία. Η λογοτεχνία δεν γράφεται μόνο με λέξεις. Γράφεται με ζωή. Η ΤΝ μπορεί να παραγάγει αφηγήσεις, να μιμείται ύφη και δομές. Η μεγάλη λογοτεχνία όμως γεννιέται όταν η γλώσσα συναντά την ύπαρξη. Γιατί στο τέλος ο αναγνώστης δεν αναζητά μόνο κείμενα. Αναζητά ανθρώπινη παρουσία.
Γράφετε πως στην προϊστορία, ο δημιουργός δεν είναι ατομικός «καλλιτέχνης», αλλά εκφραστής μιας «συλλογικής επιθυμίας». Στην κλασική αρχαιότητα, ο δημιουργός αναγνωρίζεται, αλλά και πάλι η Τέχνη συνδέεται πολύ έντονα με το συλλογικό, με την «παιδεία του πολίτη». Εφόσον για να παραγάγει Τέχνη, η Τεχνητή Νοημοσύνη αντλεί από μια μεγάλη, συλλογική δεξαμενή, που αποτελείται από ό,τι της έχουμε δώσει, με ποιον τρόπο αλλάζει η έννοια του «συλλογικού» πια;
Στο Τέχνη και Τεχνητή Νοημοσύνη προσπάθησα να δείξω ότι η ιστορία της Τέχνης δεν είναι μόνο ιστορία μορφών. Είναι και ιστορία της σχέσης ανάμεσα στον δημιουργό και στη συλλογικότητα. Στην προϊστορία, για παράδειγμα, δεν υπάρχει ακόμη ο καλλιτέχνης με τη σύγχρονη έννοια. Ο δημιουργός των βραχογραφιών δεν υπογράφει. Δεν διεκδικεί ατομική αναγνώριση. Εκφράζει κάτι ευρύτερο: μια κοινή μνήμη, μια κοινή αγωνία, μια κοινή αφήγηση του κόσμου. Η Τέχνη λειτουργεί ως συλλογική πράξη νοήματος.
Αργότερα, στην κλασική αρχαιότητα, εμφανίζεται σταδιακά η ατομικότητα του δημιουργού. Ο γλύπτης, ο ποιητής, ο δραματουργός αποκτούν όνομα. Όμως ακόμη και τότε η Τέχνη δεν αποκόπτεται από το συλλογικό. Η τραγωδία, για παράδειγμα, δεν είναι ιδιωτική έκφραση. Είναι δημόσια παιδεία. Συγκροτεί τον πολίτη, την πόλη, τη μνήμη.
Η νεωτερικότητα μεταβάλλει αυτή τη σχέση. Ο δημιουργός αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία. Ο Ρομαντισμός αναδεικνύει τη μοναδική εσωτερικότητα. Η δημιουργία γίνεται περισσότερο προσωπική, υπαρξιακή, ατομική. Και έρχεται σήμερα η ΤΝ να επαναφέρει με έναν παράδοξο τρόπο τη συλλογικότητα στο προσκήνιο. Γιατί πράγματι τα συστήματα ΤΝ δεν δημιουργούν από το μηδέν. Εκπαιδεύονται πάνω σε ένα τεράστιο συλλογικό πολιτισμικό απόθεμα: εικόνες, κείμενα, μουσικές, αφηγήσεις, μορφές. Με μια έννοια, η ΤΝ φέρει μέσα της ένα ίχνος της συλλογικής μνήμης της ανθρωπότητας. Αυτό όμως που αλλάζει είναι η μορφή του συλλογικού.
Πιστεύω ότι εισερχόμαστε σε μια εποχή όπου η έννοια του συλλογικού δεν καταργείται αλλά μετασχηματίζεται. Από συλλογικότητα της κοινότητας περνάμε σταδιακά σε συλλογικότητα της γνώσης και της μνήμης.
Στο παρελθόν η συλλογικότητα ήταν κυρίως κοινότητα εμπειρίας. Άνθρωποι που ζούσαν μαζί, μοιράζονταν τελετουργίες, γλώσσα, μνήμη. Σήμερα το συλλογικό γίνεται όλο και περισσότερο δικτυακό, πληροφοριακό, παγκόσμιο. Η ΤΝ δεν αντλεί μόνο από μια πόλη, μια παράδοση ή έναν πολιτισμό. Αντλεί από τεράστιες διασυνδεδεμένες δεξαμενές ανθρώπινης παραγωγής. Αυτό όμως δημιουργεί και ένα νέο ερώτημα. Αν η δημιουργία στηρίζεται σε μια συλλογική μνήμη, ποιος είναι ο δημιουργός; Ο άνθρωπος που έγραψε; Εκείνος που δημιούργησε την εικόνα; Η κοινότητα που παρήγαγε το πολιτισμικό πλαίσιο; Ο χρήστης που δίνει την εντολή; Το σύστημα που συνθέτει;
Πιστεύω ότι εισερχόμαστε σε μια εποχή όπου η έννοια του συλλογικού δεν καταργείται αλλά μετασχηματίζεται. Από συλλογικότητα της κοινότητας περνάμε σταδιακά σε συλλογικότητα της γνώσης και της μνήμης. Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση. Να μη χαθεί ο άνθρωπος μέσα στη συλλογική δεξαμενή που δημιούργησε ο ίδιος. Γιατί η μνήμη μπορεί να είναι συλλογική. Η Ευθύνη όμως παραμένει ανθρώπινη.
Και στα δύο βιβλία παραθέτετε σύντομους διαλόγους μεταξύ των φιλοσόφων/καλλιτεχνών και της Τεχνητής Νοημοσύνης, γύρω από τις ιδέες, το σύστημα σκέψης, τις προθέσεις του καθενός. Χρησιμοποιήσατε κάποιο πρόγραμμα ΤΝ για τη συγγραφή αυτών των κομματιών ή τα επινοήσατε ο ίδιος; Σε ποιον βαθμό θα ήσασταν πρόθυμος να τη χρησιμοποιήσετε γράφοντας;
Η απάντηση είναι ότι οι διάλογοι αυτοί γράφτηκαν από εμένα. Δεν χρησιμοποιήθηκε Τεχνητή Νοημοσύνη για τη συγγραφή τους. Και αυτό δεν έγινε επειδή είμαι αρνητικός απέναντι στην ΤΝ. Αντιθέτως. Τα δύο βιβλία γράφτηκαν ακριβώς επειδή θεωρώ ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πολιτισμικά γεγονότα της εποχής μας. Ο λόγος ήταν διαφορετικός.
Οι διάλογοι αυτοί δεν είχαν στόχο να προσομοιώσουν απαντήσεις. Είχαν στόχο να δημιουργήσουν μια σκηνή συνάντησης. Έναν χώρο όπου ο Πλάτωνας, ο Βιτγκενστάιν, ο Μπάουμαν, ένας Ρομαντικός καλλιτέχνης ή ένας δημιουργός άλλης εποχής θα μπορούσαν να συναντήσουν συμβολικά την Τεχνητή Νοημοσύνη και να αναμετρηθούν δημιουργικά μαζί της. Με ενδιέφερε περισσότερο η φιλοσοφική ένταση αυτής της συνάντησης παρά η τεχνική της παραγωγής.
Θα χρησιμοποιούσα λοιπόν την ΤΝ στη συγγραφή; Η απάντηση είναι ναι. Αλλά όχι ως αντικαταστάτη. Τη βλέπω περισσότερο ως συνομιλητή. Η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διερεύνησης, ως πεδίο πειραματισμού, ως μηχανισμός ανατροφοδότησης.
Οι διάλογοι δεν γράφτηκαν για να δείξουν τι «λέει» η ΤΝ. Γράφτηκαν για να διερευνήσουν τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος ακούει τον εαυτό του μέσα από έναν νέο καθρέφτη. Γιατί θεωρώ ότι αυτό είναι το βαθύτερο γεγονός της εποχής μας. Για πρώτη φορά στην ιστορία, ο άνθρωπος κατασκευάζει ένα σύστημα το οποίο δεν επεκτείνει μόνο τη μυϊκή του δύναμη ή τις αισθήσεις του, αλλά αγγίζει πλευρές που σχετίζονται με τη γλώσσα, τη γνώση και τη δημιουργία. Και αυτό προκαλεί φόβο.
Ο φόβος όμως δεν είναι πάντοτε αρνητικός. Πολλές φορές είναι το σημάδι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι που αλλάζει βαθιά την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Πιστεύω ότι η ΤΝ δεν ήρθε για να μειώσει τον άνθρωπο. Ήρθε για να τον αναγκάσει να ξανασκεφτεί. Να επαναφέρει ερωτήματα που ίσως είχαμε αφήσει στο περιθώριο: τι σημαίνει κατανόηση, δημιουργία, συνείδηση, σχέση, Ευθύνη.
Και αν τα δύο βιβλία προσπαθούν τελικά να πουν κάτι, θα έλεγα ότι είναι αυτό: Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι ένα νέο κεφάλαιο της. Και η ευθύνη της συνέχειας παραμένει δική μας.
Θα χρησιμοποιούσα λοιπόν την ΤΝ στη συγγραφή; Η απάντηση είναι ναι. Αλλά όχι ως αντικαταστάτη. Τη βλέπω περισσότερο ως συνομιλητή. Η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διερεύνησης, ως πεδίο πειραματισμού, ως μηχανισμός ανατροφοδότησης. Μπορεί να ανοίγει ερωτήματα, να προτείνει διαδρομές, να επεκτείνει τον στοχασμό. Αν ο άνθρωπος παραμείνει ανοικτός, κριτικός και δημιουργικός, η σχέση με την ΤΝ δεν χρειάζεται να είναι σχέση φόβου. Μπορεί να γίνει σχέση συνεργασίας. Όχι γιατί η μηχανή θα γίνει άνθρωπος. Αλλά γιατί ο άνθρωπος θα ανακαλύψει νέους τρόπους να είναι άνθρωπος. Πολύ πιθανόν τότε να πάψει η δημιουργία να θεωρείται μια μοναχική πράξη και να γίνει περισσότερο διάλογος. Περισσότερο αναζήτηση. Περισσότερο συν-σκέψη.
Και αν τα δύο βιβλία προσπαθούν τελικά να πουν κάτι, θα έλεγα ότι είναι αυτό: Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι ένα νέο κεφάλαιο της. Και η ευθύνη της συνέχειας παραμένει δική μας.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας..BookRess
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Άρης Μαυρομμάτης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στα Πανεπιστήμια Αθηνών (ΕΚΠΑ) και Μονάχου (LMU). Είναι διδάκτωρ Μαθηματικών με ειδίκευση στην Ανάπτυξη Υπερμέσων και στη Θεωρία της Τέχνης (Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας). Ως πανεπιστημιακός δάσκαλος και ερευνητής, κινείται στον γόνιμο τόπο της συνάντησης της τεχνολογίας, της αισθητικής και της φιλοσοφίας, διερευνώντας πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), η Εικονική Πραγματικότητα (VR) και η Επαυξημένη Πραγματικότητα (AR) επηρεάζουν την ανθρώπινη αντίληψη, τη μνήμη και τη δημιουργικότητα.
Με έργο που εκτείνεται από τη συγγραφή μαθηματικών εγχειριδίων μέχρι τη θεωρητική μελέτη των «συνάψεων» ανάμεσα στην Τέχνη και την Επιστήμη, ο Άρης Μαυρομμάτης αναζητά διαρκώς εκείνους τους τόπους όπου η τεχνολογία αναδεικνύεται σε πολιτισμικό φαινόμενο.


