
Διαλειμματική νηστεία και νόσος του Crohn: Πώς μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του εντέρου
Η διαλειμματική νηστεία έχει εξεταστεί κυρίως σε σχέση με τον έλεγχο του σωματικού βάρους και τη μεταβολική υγεία. Μια πρόσφατη τυχαιοποιημένη μελέτη, όμως, επικεντρώθηκε στη λειτουργία του εντέρου και ειδικότερα στη νόσο του Crohn, εξετάζοντας τις πιθανές επιδράσεις ενός διατροφικού προγράμματος στο οποίο το φαγητό καταναλώνεται μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα οκτώ ωρών.
Ένα 8ωρο διατροφικό παράθυρο για 12 εβδομάδες
Στην έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Gastroenterology, συμμετείχαν 35 ενήλικες που είχαν διαγνωστεί με νόσο του Crohn. Από αυτούς, οι 20 ακολούθησαν ένα πρόγραμμα χρονικά περιορισμένης διατροφής, ενώ οι υπόλοιποι 15 συνέχισαν να τρώνε σύμφωνα με τις συνήθεις διατροφικές τους συνήθειες.
Για διάστημα 12 εβδομάδων, τα άτομα της πρώτης ομάδας κατανάλωναν όλα τα γεύματά τους μέσα σε ένα χρονικό διάστημα οκτώ ωρών και στη συνέχεια παρέμεναν χωρίς φαγητό για τις επόμενες 16 ώρες. Το πρόγραμμα εφαρμόστηκε έξι ημέρες κάθε εβδομάδα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι συμμετέχοντες δεν χρειάστηκε να αλλάξουν συγκεκριμένα τις τροφές που κατανάλωναν ούτε να μειώσουν σκόπιμα την ημερήσια πρόσληψη θερμίδων. Η βασική διαφοροποίηση αφορούσε αποκλειστικά την ώρα κατά την οποία έτρωγαν.
Βελτίωση σε ορισμένα συμπτώματα
Μετά την ολοκλήρωση των 12 εβδομάδων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ομάδα που ακολούθησε το περιορισμένο χρονικό παράθυρο παρουσίασε βελτίωση σε δείκτες που αφορούσαν την κλινική δραστηριότητα της νόσου.
Ειδικότερα, οι συμμετέχοντες εμφάνισαν περίπου 40% λιγότερες κενώσεις, ενώ παρατηρήθηκε επίσης μείωση κατά 50% στην κοιλιακή δυσφορία.
Παράλληλα, σημειώθηκε πτώση στον Δείκτη Μάζας Σώματος και στο σπλαχνικό λίπος. Οι συγκεκριμένες μεταβολές παρατηρήθηκαν χωρίς να υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες ως προς την ποσότητα των θερμίδων που κατανάλωναν ή τη γενικότερη ποιότητα της διατροφής τους.
Οι επιδράσεις στους δείκτες φλεγμονής
Οι επιστήμονες μελέτησαν επιπλέον διάφορους μεταβολικούς και φλεγμονώδεις δείκτες. Στα άτομα που ακολούθησαν τη διαλειμματική νηστεία παρατηρήθηκε μείωση σε ορισμένες ουσίες που σχετίζονται με τον λιπώδη ιστό και τη φλεγμονώδη διαδικασία, μεταξύ των οποίων και η λεπτίνη.
Ωστόσο, δεν μεταβλήθηκαν όλοι οι δείκτες. Η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, γνωστή ως CRP, καθώς και η καλπροτεκτίνη στα κόπρανα δεν παρουσίασαν σημαντικές αλλαγές.
Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η διαλειμματική νηστεία αποτελεί θεραπεία για τη νόσο του Crohn. Τα αποτελέσματα δείχνουν ορισμένες πιθανές θετικές επιδράσεις, αλλά δεν αποδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη διατροφική πρακτική μπορεί να εξαλείψει ή να θεραπεύσει τη νόσο.
Τι συνέβη με το εντερικό μικροβίωμα
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης διαφοροποιήσεις στη σύνθεση του μικροβιώματος του εντέρου στα άτομα που περιόρισαν την κατανάλωση τροφής σε ένα οκτάωρο ημερήσιο διάστημα.
Τα ευρήματα προσθέτουν νέα στοιχεία στη μελέτη της σχέσης ανάμεσα στη χρονική στιγμή που τρώμε, τον μεταβολισμό, τα βακτήρια του εντέρου και τις φλεγμονώδεις παθήσεις του πεπτικού συστήματος.
Παρόλα αυτά, δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο αν οι συγκεκριμένες αλλαγές στο μικροβίωμα έχουν σημαντικά και μακροχρόνια οφέλη για την υγεία των ασθενών.
Τι συμπεραίνουμε από τη μελέτη
Η έρευνα παρουσιάζει ενδιαφέρον επειδή ήταν τυχαιοποιημένη και περιλάμβανε ομάδα σύγκρισης. Παράλληλα, όμως, είχε σημαντικούς περιορισμούς. Ο αριθμός των συμμετεχόντων ήταν μικρός, καθώς έλαβαν μέρος μόλις 35 άτομα, ενώ η μελέτη διήρκεσε μόνο 12 εβδομάδες.
Επιπλέον, τα αποτελέσματα αφορούσαν άτομα με νόσο του Crohn που βρίσκονταν σε κλινική ύφεση και είχαν παχυσαρκία. Συνεπώς, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν τα ίδια αποτελέσματα θα εμφανίζονταν σε ανθρώπους με ενεργή νόσο ή σε άτομα με διαφορετικό σωματικό βάρος.
Επομένως, η διαλειμματική νηστεία δεν θα πρέπει να θεωρείται θεραπεία ή αντικατάσταση της φαρμακευτικής αγωγής για τη νόσο του Crohn. Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα δείχνουν ότι η χρονικά περιορισμένη διατροφή αποτελεί ένα ενδιαφέρον πεδίο για περαιτέρω έρευνα και ενδεχομένως να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά σε ορισμένους ασθενείς.
Όσοι πάσχουν από νόσο του Crohn και σκέφτονται να αλλάξουν σημαντικά το διατροφικό τους πρόγραμμα, ιδιαίτερα εφαρμόζοντας μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς φαγητό, θα πρέπει πρώτα να συζητήσουν την επιλογή αυτή με τον γιατρό που παρακολουθεί την κατάστασή τους.
Με αναφορές από:vita.gr/Επιμέλεια:ΜΚΜ
