«Η ακρίβεια επιβαρύνει την μικρομεσαία επιχείρηση επιπλέον»

«Η ακρίβεια επιβαρύνει την μικρομεσαία επιχείρηση επιπλέον»

«Η ακρίβεια επιβαρύνει την μικρομεσαία επιχείρηση επιπλέον»

Τοποθέτηση Απ. Πάνα στη 52η Γενική Εκλογοαπολογιστική Συνέλευση της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒEE»

Οι μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν αδιαμφισβήτητα πολύ σημαντική συνεισφορά στην ελληνική οικονομία, ενώ αποτελούν δομικό της στοιχείο και γι’ αυτό η κυβέρνηση, αυτή την ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή, οφείλει να θέσει άμεσα ρεαλιστικούς στόχους και να ενεργήσει γρήγορα, προκειμένου ο κλάδος αυτός να διαφυλαχτεί και να επιβιώσει σε αυτό το διαφορετικό πλέγμα προκλήσεων, που περιγράψατε.

Κι είναι λάθος στη χώρα μας, να μιλούμε μόνο για τον πληθωρισμό, ο οποίος ούτως ή άλλως είναι ο έβδομος σε αύξηση από τις 19 χώρες της Ευρωζώνης.

Η ακρίβεια χτυπά πλέον με βία την πόρτα του χαμηλού εισοδήματος όχι μόνο με το ανυπόφορο κόστος της ενέργειας αλλά και των τροφίμων που ούτως ή άλλως αυτά  κυρίως καταναλώνει. Η προσοχή μας όταν μιλούμε για τις τιμές, πρέπει να στραφεί στο πραγματικό κόστος. Η Ελλάδα λοιπόν είναι πολύ ακριβότερη από την όποια φθηνότερη της ΕΕ.

Η κατάσταση αυτή επιβαρύνει την μικρομεσαία επιχείρηση επιπλέον καθώς:

α) μειώνεται δραματικά το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, άρα και ο τζίρος της δεδομένου ότι μόνο οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις μπορούν να υποστηρίξουν «συγκράτηση» τιμών,

β) αυξάνεται δραματικά το κόστος της ενέργειας για την παραγωγή και των πρώτων υλών (όταν αυτές είναι διαθέσιμες) που την αναγκάζει να εξαφανίσει την κερδοφορία της ή να αυξήσει τις τιμές πώλησης και να γίνει λιγότερο ανταγωνιστική. Και

γ) δημιουργείται περιβάλλον ανασφάλειας μέσα στο οποίο δεν μπορούν να προγραμματιστούν επενδύσεις αλλά κυρίως (και αυτό αφορά στα τεχνικά επαγγέλματα), δεν μπορούν να γίνουν οι σωστοί υπολογισμοί κοστολόγησης.

Χρειάζονται συνεπώς άμεσα και οριζόντια μέτρα που θα αποσκοπούν παράλληλα στην υποστήριξη της καταναλωτικής δύναμης και αφετέρου στην επιβίωση της επιχείρησης.

Ξεκινώντας από τη μείωση της φορολόγησης των καυσίμων που θα περάσει από την επόμενη μέρα ως μια σημαντική ανάσα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Δεύτερη παρέμβαση πρέπει να είναι η μείωση του ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα διατροφής που θα ανακουφίσουν το εισόδημα. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση αντιστέκεται σε αυτά τα μέτρα γιατί επιδιώκει την αύξηση των φορολογικών εσόδων της ώστε προεκλογικά να μοιράσει πολιτικά επιδόματα σαν καθρεφτάκια στους ιθαγενείς.

Σε ένα άλλο επίπεδο, οι δύσκολοι αυτοί καιροί, επιτρέπουν πιο εύκολα σε ολιγοπώλια και εναρμονίσουν τις πρακτικές τους και να αυξήσουν τις τιμές και τα κέρδη τους σε εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο. Εδώ απαιτείται ακόμη πιο μεγάλη ενεργοποίηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και ανάπτυξη ευρωπαϊκής αντιμονοπωλιακής στρατηγικής, ώστε μια σειρά από πρώτες ύλες να συνεχίσουν να παρέχονται στις οικονομικά λογικές τιμές τους.

Ουσιαστικά, οι συνέπειες των νέων παγκόσμιων συνθηκών δεν πρέπει αντιμετωπίζονται επιδοματικά αλλά μεταρρυθμιστικά, με κοστολογημένα και συγκεκριμένα μέτρα, ώστε αφενός να μη πιέζουμε δημοσιονομικά τη χώρα, αφετέρου μόνον έτσι θα έχουμε σταθερά και μόνιμα αποτελέσματα. Εμείς τασσόμαστε υπέρ των στοχευμένων φορολογικών ελαφρύνσεων, προωθώντας παραγωγικές επενδύσεις εγχώριας προστιθέμενης αξίας.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Μοιραστείτε τό