Η ερώτηση που καλό είναι να αποφεύγουμε όταν μιλάμε στα παιδιά μας

Η ερώτηση που καλό είναι να αποφεύγουμε όταν μιλάμε στα παιδιά μας

Όταν μια ερώτηση δεν αφήνει πραγματικά περιθώριο επιλογής, μπορεί να μπερδέψει το παιδί αντί να το βοηθήσει να επικοινωνήσει

Στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μια πιο ουσιαστική σχέση με τα παιδιά, πολλοί γονείς επιδιώκουν να ακούν περισσότερο τη γνώμη τους και να τους δίνουν χώρο να εκφράζονται. Πρόκειται για μια θετική αλλαγή στη σύγχρονη οικογενειακή επικοινωνία. Ωστόσο, υπάρχουν καθημερινές περιστάσεις όπου μια ερώτηση δεν αποτελεί πραγματική πρόσκληση για διάλογο, αλλά στην ουσία κρύβει μια οδηγία, μια απόφαση που έχει ήδη ληφθεί ή ακόμη και την ένταση του γονιού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φράση «Γιατί πρέπει να σου το λέω συνέχεια;». Συνήθως ο γονιός δεν περιμένει πραγματικά μια απάντηση. Αντίστοιχα, όταν λέμε «Μπορείς να βάλεις τα παπούτσια σου;» ενώ είναι δεδομένο ότι πρέπει να φύγουμε από το σπίτι, το παιδί μπορεί να θεωρήσει ότι έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί. Τέτοιες διατυπώσεις έχουν γίνει μέρος της καθημερινής μας ομιλίας, όμως αξίζει να αναρωτηθούμε αν εκφράζουν πραγματικά αυτό που θέλουμε να πούμε.

Η ειδικός στην ανάπτυξη των παιδιών Dr. Siggie Cohen, συγγραφέας του βιβλίου You Are the Parent, υποστηρίζει ότι όταν κάτι δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, είναι προτιμότερο οι γονείς να το διατυπώνουν ξεκάθαρα. Με άλλα λόγια, αντί να μετατρέπουμε κάθε οδηγία σε ερώτηση, μπορούμε να εξηγούμε ήρεμα και με σαφήνεια τι χρειάζεται να γίνει.

Για παράδειγμα, αντί για το «Γιατί πρέπει να σου το λέω τόσες φορές;», ένας γονιός θα μπορούσε να πει: «Σου το έχω ζητήσει ήδη αρκετές φορές και βλέπω ότι έχουμε αρχίσει να εκνευριζόμαστε. Τώρα χρειάζεται να βάλεις τα παπούτσια σου γιατί πρέπει να φύγουμε». Με αυτόν τον τρόπο το μήνυμα είναι ξεκάθαρο και το παιδί δεν καλείται να απαντήσει σε μια ερώτηση που στην πραγματικότητα δεν περιμένει απάντηση.

Ανάλογη είναι η περίπτωση όταν ένα παιδί χτυπήσει το αδερφάκι του και ο γονιός ρωτήσει αμέσως «Γιατί το χτύπησες;». Παρότι η ερώτηση είναι φυσιολογική, τη στιγμή της έντασης ένα μικρό παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να εξηγήσει τι οδήγησε στη συμπεριφορά του. Είναι πιθανό να απαντήσει «δεν ξέρω» ή να επικεντρωθεί στο ποιος ξεκίνησε τον καβγά. Εκείνη τη στιγμή προέχει ένα ξεκάθαρο όριο, όπως: «Καταλαβαίνω ότι είσαι πολύ θυμωμένος, όμως δεν θα σε αφήσω να χτυπάς». Η συζήτηση για τα αίτια και τα συναισθήματα μπορεί να γίνει αργότερα, όταν το παιδί θα έχει ηρεμήσει.

Το ίδιο ισχύει και για απλές καθημερινές οδηγίες. Από την επιθυμία τους να μιλούν στα παιδιά με σεβασμό, οι γονείς μπορεί να μετατρέπουν πολλές οδηγίες σε ερωτήσεις: «Μπορείς να έρθεις να φας;», «Θέλεις να κάνουμε μπάνιο;», «Πάμε για ύπνο;». Η ευγένεια δεν είναι το πρόβλημα. Το ζήτημα προκύπτει όταν παρουσιάζουμε ως επιλογή κάτι που έχει ήδη αποφασιστεί.

Αν, για παράδειγμα, είναι ώρα να πάει το παιδί στο σχολείο, το αν θα φορέσει τα παπούτσια του δεν αποτελεί πραγματική επιλογή. Το ίδιο συμβαίνει όταν έχει φτάσει η ώρα του ύπνου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μια φράση όπως «Ήρθε η ώρα να ετοιμαστούμε για ύπνο» ή «Βάλε τα παπούτσια σου, σε παρακαλώ, γιατί πρέπει να φύγουμε» είναι πιο σαφής και ειλικρινής.

Το παιδί χρειάζεται επιλογές, αλλά όχι για τα πάντα

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να μιλούν συνεχώς με εντολές ή να αποκλείουν τα παιδιά από τις αποφάσεις. Αντίθετα, οι πραγματικές επιλογές είναι πολύ σημαντικές για την ανάπτυξη της αυτονομίας και της αυτοπεποίθησής τους.

Υπάρχει, όμως, διαφορά ανάμεσα στο «Θέλεις να φορέσεις την μπλε ή την πράσινη μπλούζα;» και στο «Θέλεις να ντυθείς για να πάμε σχολείο;». Στην πρώτη περίπτωση και οι δύο επιλογές είναι αποδεκτές. Στη δεύτερη, το παιδί δεν μπορεί στην πραγματικότητα να επιλέξει να μείνει σπίτι με τις πιτζάμες του. Όταν οι γονείς ξεχωρίζουν τις πραγματικές επιλογές από τις αποφάσεις που δεν μπορούν να αλλάξουν, η καθημερινή επικοινωνία γίνεται πιο ξεκάθαρη.

Μερικές φορές, μάλιστα, στην προσπάθεια να μεγαλώσουμε παιδιά που εκφράζονται ελεύθερα, μπορεί να τους δίνουμε περισσότερες επιλογές από όσες χρειάζονται. Το τι θα φορέσουν, τι θα φάνε, πότε θα φύγουν, πού θα καθίσουν ή πώς θα οργανωθεί κάθε στιγμή της ημέρας μπορεί να μετατραπεί σε μια ατελείωτη σειρά αποφάσεων. Για ένα μικρό παιδί αυτή η συνεχής ανάγκη να επιλέγει και να διαπραγματεύεται μπορεί να γίνει κουραστική.

Υπάρχουν επομένως στιγμές κατά τις οποίες η ήρεμη και σταθερή καθοδήγηση του γονιού μπορεί να είναι πιο βοηθητική. Το παιδί δεν χρειάζεται να αποφασίζει για όλα, καθώς ο γονιός μπορεί να αναλάβει ορισμένες αποφάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοεί τα συναισθήματά του.

Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να στενοχωριέται επειδή πρέπει να φύγει από την παιδική χαρά. Ο γονιός μπορεί να αναγνωρίσει το συναίσθημά του λέγοντας «Ξέρω ότι περνάς όμορφα και θα ήθελες να μείνουμε περισσότερο», ενώ ταυτόχρονα να θέσει το όριο: «Όμως τώρα είναι ώρα να πάμε σπίτι». Έτσι, το συναίσθημα του παιδιού γίνεται αποδεκτό, χωρίς να σημαίνει ότι κάθε όριο πρέπει να αλλάξει.

Η ενσυναίσθηση, επομένως, δεν σημαίνει ότι όλες οι αποφάσεις μετατρέπονται σε διαπραγμάτευση. Παράλληλα, η θέσπιση ορίων δεν απαιτεί αυστηρότητα ή συναισθηματική απόσταση. Ένα παιδί μπορεί να ακούσει ότι ο γονιός κατανοεί την απογοήτευσή του και ταυτόχρονα να γνωρίζει ότι υπάρχουν συγκεκριμένα όρια μέσα στην οικογένεια.

Οι ερωτήσεις παραμένουν σημαντικές

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να σταματήσουν να κάνουν ερωτήσεις. Οι ουσιαστικές ερωτήσεις μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, να σκεφτούν και να κατανοήσουν καλύτερα τον εαυτό τους.

Ερωτήσεις όπως «Πώς ένιωσες όταν συνέβη αυτό;», «Τι πιστεύεις ότι θα σε βοηθούσε;» ή «Τι θα μπορούσες να κάνεις διαφορετικά την επόμενη φορά;» αποτελούν πραγματικές προσκλήσεις για επικοινωνία. Η βασική διαφορά είναι ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν κρύβεται πίσω από την ερώτηση μια οδηγία που έχει ήδη αποφασιστεί.

Τελικά, ο στόχος δεν είναι να κάνουμε λιγότερες ερωτήσεις στα παιδιά, αλλά να κάνουμε πιο ουσιαστικές και ειλικρινείς ερωτήσεις, ενώ όταν χρειάζεται να δώσουμε μια οδηγία, να την εκφράζουμε με σαφήνεια, ηρεμία και σεβασμό.

Με αναφορές από:vwoman.gr/Επιμέλεια:ΜΚΜ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Μοιραστείτε τό