
Η ψυχοθεραπεία δεν απομακρύνει το παιδί από τους γονείς. Φέρνει κατανόηση.
Η ψυχοθεραπεία δεν απομακρύνει το παιδί από τους γονείς. Φέρνει κατανόηση.
Της Μάρθας Χατζηϊωαννίδου *
Πολλοί γονείς εκφράζουν έναν φόβο που είναι απόλυτα ανθρώπινος: «Αν το παιδί μου πάει σε ψυχοθεραπεία, θα απομακρυνθεί από εμάς». Πίσω από αυτή τη σκέψη κρύβεται η αγωνία ότι η θεραπεία θα τους «βάλει στο εδώλιο», θα αναδείξει λάθη, θα δημιουργήσει κατηγορίες και, τελικά, θα χαλάσει τη σχέση.
Η αλήθεια, όμως, είναι διαφορετική.
Η θεραπεία δεν υπάρχει για να κατηγορήσει
Ο στόχος της ψυχοθεραπείας δεν είναι να μοιράσει ευθύνες ούτε να στήσει δίκες μέσα στην οικογένεια. Υπάρχει για να βοηθήσει το παιδί –και τον ενήλικα που θα γίνει– να καταλάβει τον εαυτό του: πώς σκέφτεται, πώς νιώθει, πώς αντιδρά, τι κουβαλά, τι φοβάται, τι χρειάζεται.
Και μέσα σε αυτή τη διαδικασία, είναι φυσικό να εξεταστούν και οι άνθρωποι που το μεγάλωσαν. Όχι για να «κατηγορηθούν», αλλά για να μπουν σε πλαίσιο. Για να αποκτήσει η ιστορία συνοχή και νόημα.
Οι γονείς κάνουν ό,τι μπορούν με τα εργαλεία που έχουν
Οι περισσότεροι γονείς δεν μεγαλώνουν τα παιδιά τους με πρόθεση να τα πληγώσουν. Τα μεγαλώνουν με αγάπη, άγχος, κούραση, φόβους, πρότυπα και τραύματα που κουβαλούν από τη δική τους διαδρομή. Με τα εργαλεία που έμαθαν στη ζωή τους.
Η θεραπεία δεν ακυρώνει αυτή την προσπάθεια. Δεν μηδενίζει τη φροντίδα. Αντίθετα, βοηθά να δούμε κάτι πολύ ουσιαστικό: ότι άλλο πράγμα είναι η πρόθεση και άλλο πράγμα το αποτέλεσμα. Μπορεί ένας γονιός να αγαπά βαθιά, και ταυτόχρονα –χωρίς να το θέλει– να μεταδίδει πίεση, φόβο ή απαιτήσεις. Η κατανόηση αυτής της διαφοράς δεν καταστρέφει. Ελευθερώνει.
Το παιδί δεν «στρέφεται εναντίον». Μαθαίνει να δίνει νόημα
Το παιδί (ή ο ενήλικας που ξεκινά θεραπεία) δεν πηγαίνει στην ψυχοθεραπεία για να απομακρυνθεί. Πηγαίνει για να αποκτήσει λέξεις για πράγματα που ένιωθε αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει. Για να οργανώσει εμπειρίες, να φωτίσει σχέσεις, να ξεχωρίσει τι του ανήκει και τι όχι.
Όταν αυτό το νόημα φωτιστεί, συνήθως δεν δημιουργείται απόσταση. Δημιουργείται κατανόηση. Και η κατανόηση είναι η πιο βαθιά μορφή σύνδεσης.
Τι αλλάζει πραγματικά όταν ένας άνθρωπος θεραπεύεται
Όταν κάποιος δουλεύει θεραπευτικά, μπορεί να αλλάξει ο τρόπος που σχετίζεται. Μπορεί να βάλει όρια, να μιλήσει πιο καθαρά, να μην «καταπίνει» πράγματα όπως πριν, να ζητήσει σεβασμό, να απομακρυνθεί από συγκρούσεις που τον διαλύουν.
Αυτό μερικές φορές μοιάζει, στην αρχή, σαν απομάκρυνση. Στην πραγματικότητα είναι ωρίμανση. Είναι η μετάβαση από τη σχέση που βασίζεται στον ρόλο («παιδί που πρέπει να…») στη σχέση που βασίζεται στην αλήθεια («άνθρωπος που νιώθει…»). Και αυτό, όσο απαιτητικό κι αν είναι, δίνει στη σχέση μια νέα ποιότητα: περισσότερη ειλικρίνεια, λιγότερη ένταση, περισσότερη ασφάλεια.
Ένα μήνυμα στους γονείς
Αν το παιδί σας ζητά θεραπεία –ή αν ξεκινά χωρίς να το είχατε φανταστεί– μην το δείτε ως απόρριψη. Δείτε το ως μια προσπάθεια να σταθεί καλύτερα στη ζωή του.
Και αν φοβάστε ότι «θα σας κατηγορήσει», θυμηθείτε: η θεραπεία δεν είναι το μέρος όπου χάνονται οι οικογένειες. Είναι συχνά το μέρος όπου οι σχέσεις αποκτούν δεύτερη ευκαιρία, γιατί επιτέλους μπαίνει φως εκεί που πριν υπήρχε σιωπή.
Η κατανόηση δεν απομακρύνει. Ενώνει.
Μάρθα Χατζηϊωαννίδου
Ψυχολόγος – Γνωστικής Συμπεριφορικής Προσέγγισης
MSc Κλινική Ψυχολογία

