Η Ακάμε (ή Deep Sea) είναι η νεότερη μαθήτρια σε ένα ελίτ οικοτροφείο αφιερωμένο αποκλειστικά στην τέχνη της γοργόνας. Εκπαιδεύεται σκληρά για να αποκτήσει ευλυγισία, εξασκούμενη στην κολύμβηση και στις τεχνικές αναπνοής και σκοπός της είναι να συμμετάσχει στον πανασιατικό διαγωνισμό που θα καθορίσει το μέλλον της. Ο ανταγωνισμός με τις συμμαθήτριές της είναι μεγάλος – είναι όλες αφοσιωμένες ολοκληρωτικά στη νέα τους ταυτότητα, αφήνοντας πίσω τους το σώμα που είχαν στη στεριά, έστω και προσωρινά: επιλέγουν ονόματα που παραπέμπουν σε ηρωίδες κόμικ (Deep Sea, Yokohama Blue, Fantasy, Eternal Sunset, Imagica) και υιοθετούν ιδιαίτερη αισθητική η καθεμία, με πολύχρωμα φωσφορίζοντα μαλλιά.
Εκπαιδεύτρια και καθοδηγήτριά τους είναι η αυστηρή και απόμακρη διευθύντρια της σχολής, δεσποινίς Έτσουκο, η οποία ξεκαθαρίζει στα κορίτσια από την αρχή ότι πρέπει να ζουν σαν γοργόνες, «δεν είναι γοργόνες με βάρδιες», ζητώντας τους να διαλέξουν ένα τραγούδι που να εκφράζει τη μοναδική τους προσωπικότητα. Η Deep Sea αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα ιδιαίτερα σοβαρό, καθώς έχει χάσει τη φωνή της, ενώ όταν συμβαίνει ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της προπόνησης, διασώζεται από τον προπονητή της, τον Κοτάρο, τον οποίο ερωτεύεται. Ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να επικοινωνεί μαζί του τηλεπαθητικά –είναι ο μόνος που μπορεί να ακούσει το σαγηνευτικό «θανατερό» τραγούδι της–, κι αυτό τη βυθίζει σε έναν ονειρικό κόσμο που την αποκόπτει από την πραγματικότητα.
Από τους τίτλους της αρχής μέχρι το τέλος, η μουσική και οι εντυπωσιακές σκηνές κάτω από το νερό δημιουργούν μια υπνωτιστική κατάσταση έκστασης, που είναι το ίδιο γοητευτική με τη φωνή της σειρήνας που οδηγεί τον Κοτάρο στην καταστροφή – σε παραλύουν, παρασύροντάς σε στο κινηματογραφικό σύμπαν που δημιουργεί η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη στην πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας, μετά την εντυπωσιακή πορεία της στα φεστιβάλ του κόσμου με τις μικρού μήκους ταινίες της: «Αυτό που δεν ήξερε η Μαίρη» («What Mary didn’t know», Φεστιβάλ Λοκάρνο 2024), «Ηλεκτρικός Κύκνος» («Electric Swan», Φεστιβάλ Βενετίας 2019), «Limbo» (Εβδομάδα Κριτικής Φεστιβάλ Καννών 2016), «Washingtonia» (Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα Μικρού Μήκους ταινιών Φεστιβάλ Βερολίνου 2014) και «Yellow Fieber» (Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα Μικρού Μήκους ταινιών του Φεστιβάλ Λοκάρνο 2015).

(φωτο: Στις Κάννες με τις πρωταγωνίστριες της ταινίας)
O «Τιτανικός Ωκεανός» είναι μια fantasy δραματική ταινία σε δικό της σενάριο, η οποία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του φετινού Φεστιβάλ Καννών, όπου ήταν υποψήφια για το βραβείο Χρυσή Κάμερα. Είναι μια «γιαπωνέζικη» ταινία, σαν άνιμε που έχει ζωντανέψει, γυρισμένη στην Ιαπωνία, με Γιαπωνέζες πρωταγωνίστριες μέσα στον πολύχρωμο κόσμο της σύγχρονης γιαπωνέζικης ποπ κουλτούρας.
Ο «Τιτανικός Ωκεανός» είναι μια μαγευτική «υποβρύχια» ταινία, με απίθανη ποπ αισθητική, που θυμίζει την κοριτσίστικη μελαγχολία των «Αυτόχειρων Παρθένων» της Σοφία Κόπολα. Η φαντασίωση και η μεταμόρφωση λειτουργούν θεαματικά σε πραγματικό αλλά και σε συμβολικό επίπεδο, έχοντας στον πυρήνα το κλασικό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και την αναζήτηση της προσωπικής φωνής σε ένα αμιγώς γυναικείο περιβάλλον, με μότο «Οι δυνατές γυναίκες δημιουργούν κύματα».
Η Κωνσταντίνα αποφοίτησε από το Τμήμα Κινηματογράφου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οι μικρού μήκους ταινίες της έχουν αποσπάσει πολυάριθμα βραβεία, ενώ έχουν προβληθεί σε Ευρώπη, Ασία και ΗΠΑ, καθώς και σε πλατφόρμες όπως το Criterion και το MUBI. Έχει τιμηθεί τρεις φορές με το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου και έχει υπάρξει δύο φορές υποψήφια για το Βραβείο Καλύτερης Ευρωπαϊκής Μικρού Μήκους Ταινίας της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου (EFA). Η ταινία της «Electric Swan» ανακηρύχθηκε Καλύτερη Μικρού Μήκους Ταινία της Χρονιάς από την Ένωση Γάλλων Κριτικών. Οι ταινίες της έχουν αποτελέσει αντικείμενο αφιερωμάτων σε διεθνείς διοργανώσεις όπως το BAFICI στο Μπουένος Άιρες, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κωνσταντινούπολης, το Festival du Nouveau Cinéma στο Μόντρεαλ κ.ά., ενώ έχει προσκληθεί ως μέλος κριτικών επιτροπών σε πολυάριθμα φεστιβάλ μικρού μήκους.
“Όλα τα καρμικά ξεκινούν τυχαία», λέει, εξηγώντας πώς γεννήθηκε η ιδέα για τον Τιτανικό Ωκεανό. «Ή έτσι μοιάζει στην αρχή. Ήταν το 2016, που ήμουν στην Αργεντινή. Τότε έγραφα ένα άλλο σενάριο για μεγάλου μήκους ταινία. Ξαφνικά, ένα άρθρο πέρασε μπροστά μου: μια φωτογραφία με πέντε νεαρά κορίτσια στην Ιαπωνία με ουρές γοργόνας από σιλικόνη. Επέπλεαν στο νερό, ενώ ένας προπονητής που ήταν από πάνω τους κρατούσε τα σώματά τους για να βρουν ισορροπία. Η εικόνα αυτή με στοίχειωσε και άρχισα να ψάχνω μανιωδώς ό,τι μπορούσα για τις σχολές με γοργόνες. Σύντομα ανακάλυψα έναν κόσμο με γκλίτερ, πλαστικές ουρές, εξαντλητικές άπνοιες, χορογραφίες κάτω από το νερό. Μια ολόκληρη βιομηχανία θεάματος με θεατές που σαγηνεύονται κοιτώντας πίσω από τα χοντρά τζάμια ενυδρείων, ενώ αυτές κολυμπούν δίπλα σε καρχαρίες και σαλάχια μάντα. Μια showbiz που τα τελευταία χρόνια όλο και μεγαλώνει στην Ασία, στην Αμερική και πλέον και στην Ευρώπη.
Πέρα από αυτόν τον καταπονημένα όμορφο κόσμο, αυτό που με γοήτευε πιο πολύ ήταν η ρευστότητα που υπήρχε στο φαντασιακό των κοριτσιών. Παρακολουθώντας συνεντεύξεις τους και γνωρίζοντάς τες από κοντά, ένιωθα ότι υπήρχε μια παράλληλη πραγματικότητα που έφτιαχναν για να χωρέσουν και να νιώσουν ασφάλεια. Σαν ηρωίδες από video game ή άνιμε, χρησιμοποιούσαν nicknames, διάλεγαν χρώμα, ουρά, ταυτότητα, σαν έναν άλλο virtual εαυτό μέσα στον οποίο χωρούσαν και ζούσαν φαντασιακά. Το σώμα τους γινόταν κάτι διαφορετικό κάτω από το νερό· γίνονταν αβαρείς και τα τραύματά τους απαλύνονταν. Ο έξω κόσμος έπαυε να υπάρχει και πλέον η γοργονο-ουρά, η πισίνα, το νερό ήταν το σπίτι τους.
Το σύμβολο της γοργόνας μού έδωσε μια ισχυρή δίοδο για να μιλήσω για τη θηλυκότητα, για τα κορίτσια τού σήμερα. Όχι απλώς ως μια μυθική φιγούρα, αλλά ως μια ψυχολογική και πνευματική πύλη, εύθραυστη και τερατώδη, σαγηνευτική και αμφιλεγόμενα ρευστή. Για μένα, η γοργόνα εμπεριέχει όλη την πολυπλοκότητα και την αντίφαση του τι σημαίνει να είσαι κορίτσι σήμερα: να αναζητάς διαρκώς ταυτότητα, να μεταλλάσσεσαι μαθαίνοντας και να μεταμορφώνεσαι.
Ως παιδί είχα δύο διαφορετικές εικόνες για τη γοργόνα. Η μία από τα παραμύθια του Άντερσεν, η φυλακισμένη Άριελ που ήθελε πόδια για να γίνει άνθρωπος, αλλά για να τα αποκτήσει έπρεπε να χάσει τη φωνή της. Ήταν για μένα η ενσάρκωση της μεταμόρφωσης, ένα πλάσμα μεταξύ δύο κόσμων, του παιδιού και του ενήλικα, της περιέργειας και της φαντασίας. Ο μέσα κόσμος του νερού ασφαλής και ο έξω κόσμος πραγματικός και επικίνδυνος, αλλά επιθυμητός. Διαρκώς αναρωτιέται πού πραγματικά ανήκει. Η άλλη γοργόνα ήταν η Σειρήνα των αρχαίων ελληνικών μύθων. Μια θηλυκότητα ακατανόητη, σαν γρίφος, που δεν μπορεί να χωρέσει ακριβώς σε ορθολογικά σχήματα. Τερατώδης, αλλά μέσα της κρύβει το πιο όμορφο τραγούδι. Η φωνή της, σαν ναρκωτικό, χαρίζει εκστατική ευτυχία, σαν τον ανεξέλεγκτο έρωτα, αλλά παρασύρει στην άβυσσο της πιο βαθιάς θάλασσας.
Όλα αυτά ανακατεμένα γίνονται καθρέφτης του ψυχισμού της Ακάμε. Γίνονται σεξουαλική αφύπνιση, επιθυμία και αναζήτηση ταυτότητας. Σαν την Άριελ, βρίσκεται μετέωρη μεταξύ παιδικότητας και ενηλικίωσης, μπερδεμένη ανάμεσα σε πολλές επιλογές, θέλοντας να είναι κάτι διαφορετικό και μοναδικό, ανάμεσα στο νερό και στη στεριά, στη ζεστή μήτρα της σχολής και τον έξω κόσμο, που μοιάζει γεμάτος κινδύνους. “Εδώ μας μαθαίνουν ότι κάτω από τη στολή γοργόνας βρίσκουμε αυτό που πραγματικά είμαστε”. Κι όμως, την ίδια στιγμή, δυσκολεύεται να συνδεθεί με τον αληθινό ωκεανό, που συμβολίζει τον πιο βαθύ και αυθεντικό εαυτό. Η φωνή της Σειρήνας είναι η πύλη του μεταφυσικού, μέσα από αυτήν μπορεί να βρει τη δύναμή της, να πει δυνατά τις επιθυμίες της, να επιτρέψει στα ενδόμυχά της να αναδυθούν. Αφού βρει τη φωνή της, αυτή γίνεται τόσο δυνατή που μπορεί να αλλάξει τις παλίρροιες, να σηκώσει κύματα και να σπάσει τον κόσμο που κατασκευάστηκε γι’ αυτήν».
«Η φράση “Οι δυνατές γυναίκες σηκώνουν κύματα” λειτουργεί σχεδόν σαν σύνθημα της ταινίας. Τι σημαίνει για σένα;». «Το κύμα κατέχει νομοτελειακό ρόλο στην ταινία, είναι και ένα ταξίδι συνάντησης δικής μου με το πεπρωμένο. Από παιδί με στοίχειωνε ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο: ένα τεράστιο κύμα ερχόταν κατά πάνω μου και κατάπινε τα πάντα στο πέρασμά του. Αυτό το όνειρο με ακολουθούσε για χρόνια και διαμόρφωσε πολλούς από τους φόβους μου μέχρι και την ενήλική μου ζωή. Όταν ξεκίνησα το σενάριο, ο εφιάλτης αυτός επέστρεψε με απίστευτη ένταση, πέρασε στους χαρακτήρες σαν κάλεσμα, σαν προμήνυμα ή σαν βαθύς φόβος απέναντι στη ζωή.
Όταν άρχισα να αναζητώ με τον θεραπευτή μου τον λόγο για τον οποίο ξαναζωντάνεψε τόσο επίμονα αυτός ο εφιάλτης, μέσα από μια εξωσωματική εμπειρία, κατά τη διάρκεια ύπνωσης, συνειδητοποίησα ότι αυτό το κύμα δεν ανήκε σε αυτήν τη ζωή. Είδα και βίωσα την εικόνα του εαυτού μου ως γυναίκας στην Ιαπωνία, της οποίας η ζωή τελείωσε κάτω από ένα μεγάλο κύμα. Αυτός ο φόβος ήταν εντυπωμένος στο σώμα μου, άλυτος, είχε περάσει σε μένα διαγενεακά. Ξαφνικά άρχισαν να επιβεβαιώνονται ζητήματα δικά μου, όπως η ανάγκη μου να πω αυτή την ιστορία στην Ιαπωνία – χωρίς πολλές φορές να καταλαβαίνω το γιατί, είχα μια έντονη εσωτερική και χειμαρρώδη παρόρμηση να γυρίσω την ταινία εκεί. Και όσο περισσότερο βυθιζόμουν στο ταξίδι της ταινίας, τόσο περισσότερο συνδεόμουν με την εικόνα του Μεγάλου Κύματος, σαν να ήταν προσωπικό όραμα. Ο “Τιτανικός Ωκεανός” έγινε μια αναγκαιότητα: ένας τρόπος να αντιμετωπίσω ξανά το κύμα και να το μεταμορφώσω, όχι πια σε καταστροφή και φόβο αλλά σε ελευθερία. Όχι μόνο ως άνθρωπος αλλά ως κινηματογραφίστρια και ως γυναίκα.

Θυμάμαι, ήταν χειμώνας, ετοιμαζόμασταν για ένα μεγάλο ταξίδι στην Ιαπωνία για κάστινγκ, και η Κυβέλη, φίλη, συνοδοιπόρος και συμπαραγωγός στην ταινία, μου έφερε δώρο ένα αυτοκόλλητο, μια γοργόνα που έλεγε “Strong Women Μake Waves”. Το πήρα μαζί μου για φυλαχτό στο ταξίδι και πολλές φορές το επαναλάμβανα σαν μάντρα για να πάρω κουράγιο όταν όλα έμοιαζαν αδύνατα. Είχε πάρει τόσο μεγάλη διάσταση μέσα μου που πέρασε και στην ταινία ως μότο. Η σχολή με τις γοργόνες λειτουργεί σχεδόν ως ένα υπερβατικό σύστημα, αντίστοιχο με αυτά που ήδη υπάρχουν στην κοινωνία. Ένας συνδυασμός υπερανθρώπινου πρωταθλητισμού και εξαντλητικής ομορφιάς. Τα κορίτσια μαθαίνουν από πολύ νωρίς ότι τα σώματά τους κρίνονται, μαγνητίζουν, χαρίζουν όνειρα, θέαμα, αλλάζουν μορφή. Γεμίζουν μελανιές, κρατούν την αναπνοή τους κάτω από το νερό, πάντα χαμογελώντας, με γκλίτερ και πέρλες στα μάτια. Κόντρα στον πόνο, ξεπερνάνε τα ανθρώπινα όρια μετατρέποντας τα σώματά τους σε φαντασίωση.
«Titanic Ocean» – Official Clip | Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη, Κάννες 2026
Αυτό που με ενδιέφερε πολύ είναι η άπνοια αλλά και η ασφυξία μέχρι λιποθυμίας – εξίσου ασφυκτικά έχω νιώσει πολλές φορές να επιβάλλονται τα πρότυπα στα κορίτσια σήμερα. Ενώ αρχικά δεν με ενδιέφερε να κάνω μια δήλωση με άμεσο ή διδακτικό τρόπο, η ταινία κατέληξε να είναι πολιτική γιατί εστιάζει στο γυναικείο σώμα, στην πειθαρχία και στην πίεση που ασκείται σε νεαρές ηλικίες, σε κορίτσια που αλλάζουν τον εαυτό τους για να χωρέσουν και να ικανοποιήσουν τα πρότυπα που έχουν άλλοι γι’ αυτά.
Ταυτόχρονα, όμως, δεν ήθελα τα κορίτσια να μοιάζουν μόνο θύματα αυτού του συστήματος. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν η πολυπλοκότητα και η αντίφαση της επιθυμίας. Τα κορίτσια ταυτίζονται με αυτό το φαντασιακό, ανακαλύπτουν ξανά τον εαυτό τους, απολαμβάνουν και υποφέρουν μέσα τους ταυτόχρονα. Αυτή η αμφισημία ήταν πολύ σημαντική για μένα. Έτσι, κάτω από την αστραφτερή υπνωτιστική επιφάνεια, υπάρχει ένας βιωματικός ανοιχτός στοχασμός πάνω στην εξουσία, τον έλεγχο και την κατασκευή της γυναικείας μυθολογίας. Τελικά η ταινία σε ωθεί σε ένα πιο πνευματικό ταξίδι για το πώς ένα κορίτσι μπορεί να επαναδιεκδικήσει το σώμα του, την επιθυμία του και την εσωτερική φωνή του.
Πολλά στοιχεία της ταινίας είναι εμπνευσμένα από ένα ιαπωνικό άνιμε που έβλεπα ως παιδί, την “Candy Candy”. Το οικοτροφείο, η διευθύντρια, τα κορίτσια και η βαθιά ενσυναίσθηση διέπει τις σχέσεις τους, ο ανταγωνισμός που τελικά επουλώνει το τραύμα, το drama romance, είναι καταστάσεις με τις οποίες είχα κλάψει και ταυτιστεί. Από εκεί και πέρα, με επηρέασαν κι άλλα, πολύ πιο σκοτεινά άνιμε, όπως το “Neon Genesis Evangelion”, αυτό το δυστοπικό θρίλερ ενηλικίωσης, αλλά και αγαπημένες ταινίες της δεκαετίας του ’80 και του ’90, οι Curse, Typhoon Club και August in the water, με την υπνωτιστική τους ατμόσφαιρα: ήρωες σε κρίση, όταν το τέλος του κόσμου πλησιάζει.
Οι αναφορές μου, κυρίως οι οπτικές, είναι και από μια πιο πρόσφατη δεκαετία, αλλά δίνουν και την ίδια αίσθηση με το vaporwave, ένα ρεύμα που έχει στηθεί εξ ολοκλήρου πάνω σε ιαπωνικά αστικά υπερτοπία, όπου τα πολύχρωμα νέον φωτίζουν ένα λαμπρό μέλλον που όμως τελικά δεν έρχεται ποτέ. Το ροζ, το μπλε, το μοβ και το κυανό, τα πιο comforting, ρομαντικά χρώματα, σχεδόν παιδικά, συνδυάζονται με τόσο παράλογο τρόπο, που δίνουν την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή όλα θα καταρρεύσουν με το αθόρυβο πάτημα ενός κουμπιού.
Το ίδιο συμβαίνει και με το σάουντρακ της ταινίας: το vaporwave στηρίζεται πάνω σε ήδη γνωστά τραγούδια, pop, city-pop, που κάποιος τα πήρε, τα έκοψε σε κομμάτια, τα έβαλε στο slow και αναμάσησε σαν χαλασμένη κασέτα κάποια λόγια τους. Να αναφέρω εδώ και τη Σαόρι Γιούκι, μια τραγουδίστρια της δεκαετίας του ’60, που λατρεύω τη φωνή της και τα ερωτικά της τραγούδια. Ήταν μεγάλη έμπνευση ακόμη και στο στήσιμο βασικών χαρακτήρων. Η “μπλε” Yokohama Blue βγήκε μέσα από το τραγούδι της “Blue Light Yokohama”.
Με ενδιαφέρουν πολύ τα αρχέτυπα, οι μύθοι, και τα σύμβολα. Με γοητεύει να παίζω μαζί τους, να τα αναστρέφω, να τα παραμορφώνω και να τα φέρνω στα μέτρα μου, να τα προσαρμόζω στα ερωτήματα που μου γεννιούνται. Δεν με ενδιαφέρει ο μύθος ως κάτι στατικό ή ιερό (ή ιερόσυλο) αλλά ως κάτι ζωντανό, ένας οργανισμός που αλλάζει μορφή μαζί μας. Τα αρχέτυπα του Γιουνγκ, η ψυχομαγεία, το συλλογικό ασυνείδητο, η συστημική ψυχολογία, όλα αυτά στηρίζονται σε ενέργειες που επαναλαμβάνονται εδώ και αιώνες, σε ρόλους που επιστρέφουν: η περίεργη κόρη, ο Μάγος, ο Ερημίτης. Είναι όπως και στα ταρό, όπου υπάρχει μια φιγούρα για κάθε στάδιο του κύκλου της ζωής. Όμως αυτό που με συγκινεί είναι πως, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, οι άνθρωποι συνεχίζουν να κουβαλούν μέσα τους τους ίδιους φόβους, τις ίδιες απώλειες, την ίδια ανάγκη για μεταμόρφωση και αγάπη.
Όταν δημιουργώ, νιώθω ότι βουτάω μέσα σε μια δεξαμενή γεμάτη εικόνες του υποσυνείδητου. Όλα μπερδεύονται εκεί μέσα: προσωπικές μνήμες, όνειρα, τραύματα, φαντασιώσεις, συλλογικοί φόβοι, παιδικές εικόνες, επιθυμίες. Και μέσα από αυτήν τη βύθιση προσπαθώ να φέρω κάτι πίσω στην επιφάνεια. Όχι απαραίτητα απαντήσεις. Περισσότερο αισθήσεις. Μια αλήθεια που δεν εξηγείται λογικά αλλά αναγνωρίζεται σωματικά, σαν εμπειρία. Γι’ αυτό και με ενδιαφέρει τόσο αυτή η μεταιχμιακή περιοχή ανάμεσα στο παραμύθι, τον μύθο και την πραγματικότητα. Γιατί εκεί νιώθω ότι οι άνθρωποι αποκαλύπτονται πιο καθαρά, όταν η πραγματικότητα ραγίζει λίγο και ανοίγει η πύλη του μεταφυσικού, όταν το σύμβολο εισβάλλει στην καθημερινότητα.
Μέσα από αυτήν τη διαδικασία νιώθω ότι αλλάζω κι εγώ. Ότι κάθε ταινία είναι μια κατάδυση και μια επιστροφή. Μπαίνω κάπως χαμένη και βγαίνω λίγο πιο καινούργια, λίγο πιο σοφή. Ή τουλάχιστον λίγο πιο κοντά σε κάτι που δεν μπορώ ακόμα να ονομάσω.
Οι γυναικείες φιλίες είναι ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής μου. Τους δίνω πολύ μεγάλη σημασία και χώρο. Είναι αστείο, αλλά μεγαλώνουμε με μια χιλιοπαιγμένη κασέτα ότι ο πιο σημαντικός σταθμός στη ζωή μιας γυναίκας είναι ο ετεροκανονικός σύντροφος, και σχεδόν κανείς δεν μας μιλάει για το πόσο καθοριστικές μπορούν να είναι οι φιλίες. Η βαθιά επικοινωνία, η αλληλοστήριξη με την οποία διασχίζουμε ολόκληρες δεκαετίες ή ακόμα και μια ολόκληρη ζωή.
Στην Ιαπωνία υπάρχει ο όρος shōjo, που συνδέεται με έναν ολόκληρο συναισθηματικό και αισθητικό κόσμο γύρω από τις γυναικείες σχέσεις, την ευαλωτότητα, τη φαντασία, τη μεταμόρφωση και την εσωτερική ζωή των κοριτσιών. Στα shōjo anime οι σχέσεις ανάμεσα στα κορίτσια συχνά αποκτούν μια σχεδόν υπαρξιακή ένταση. Οι φίλες δεν λειτουργούν απλώς ως side characters ή υποστηρικτικοί ρόλοι. Γίνονται καθρέφτες, αντίπαλοι, σωτήρες, αδελφές ψυχές. Υπάρχει μια βαθιά συναισθηματική εγγύτητα που πολλές φορές ξεπερνά ακόμα και τον έρωτα. Αυτό που με ενδιαφέρει πολύ σε αυτές τις σχέσεις είναι ότι μπορούν να περιέχουν τα πάντα ταυτόχρονα: τρυφερότητα, ζήλια, ανταγωνισμό, φροντίδα, εξάρτηση, θαυμασμό, οργή. Κι όμως, μέσα από όλες αυτές τις συγκρούσεις, μπορεί να γεννιέται τελικά μια βαθιά μορφή σύνδεσης, σαν δύο άνθρωποι που βλέπουν ο ένας τον άλλον σε μια στιγμή μετάλλαξης, που αναγνωρίζουν ο ένας το τραύμα, τον φόβο ή τη μοναξιά του άλλου. Με ενδιαφέρει επίσης πολύ η ιδέα της επούλωσης μέσα από τη γυναικεία φιλία, ως μια διαδικασία αμοιβαίας επιβίωσης, όπου η μία κρατάει χώρο για την άλλη μέχρι να μπορέσει να ξαναβρεί τον δρόμο της.
Παράδειγμα αποτελεί η σχέση της Ακάμε με την Eternal Sunset. Υπάρχει ανταγωνισμός, γιατί και οι δύο προσπαθούν να βρουν μια θέση μέσα σε έναν πολύ σκληρό κόσμο θεάματος. Αλλά κάτω από αυτό υπάρχει και μια τεράστια ανάγκη για αναγνώριση και σύνδεση. Σαν να ψάχνουν η μία μέσα στην άλλη μια αντανάκλαση του εαυτού τους – και ίσως τελικά αυτό να είναι που τις σώζει, η δυνατότητα να σε δει κάποιος αληθινά και να παραμείνει δίπλα σου.
Με ενδιέφερε να δημιουργήσω έναν κόσμο όπου το βλέμμα, η επιθυμία και η εμπειρία των κοριτσιών βρίσκονται πραγματικά στο κέντρο και δεν λειτουργούν ως προέκταση μιας ανδρικής αφήγησης. Ο Κοτάρο μοιάζει σχεδόν σαν κομήτης που περνά πάνω από έναν αυτόνομο, πυκνό γυναικείο κόσμο. Είναι ο προπονητής αλλά και κάτι περισσότερο από αυτό. Στο πρόσωπό του κουμπώνει ο μύθος της Σειρήνας για την Ακάμε, μέσα από την επιθυμία της, την ανάγκη να τη δει κάποιος. Όμως στην πραγματικότητα η διαδρομή της δεν αφορά εκείνον αλλά τη σχέση της με τον εαυτό της, με το σώμα της, με τη φωνή και τη μεταμόρφωσή της. Νομίζω πως η ταινία προσπαθεί να αντιστρέψει λίγο τη συνηθισμένη δυναμική των coming-of-age ιστοριών. Εδώ η αφύπνιση δεν ολοκληρώνεται μέσα από την κατάκτηση ενός έρωτα ή την επιβεβαίωση από έναν άντρα – ο έρωτας αυτός έτσι κι αλλιώς είναι μεταφυσικός και ανέφικτος. Το τραγούδι της τον ακινητοποιεί, σαν να μην έχει επιλογή. Ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται σαν ένα ρεύμα μέσα σε έναν ωκεανό γυναικείας ενέργειας, φαντασίας».
Όταν αναζητούσα το τραγούδι για την Ακάμε, ήξερα πως ήθελα να είναι ένα ανεβαστικό ποπ τραγούδι που θα το βούταγα εγώ στα σκοτάδια. Έτσι επέστρεψα σε κάποια από τα αγαπημένα μου, όπως το “I follow rivers” της Lykke Li. Από εκεί προέκυψε και το nickname τής Deep Sea, από το “Deep Sea Baby”. Το τραγούδι ξεκινά από μια αθώα στιγμή καραόκε και σταδιακά μεταμορφώνεται σε κάτι υπερβατικό, διασκευασμένο μέσα από immersive drone και vaporwave υφές, εμπνευσμένες από τους ήχους του νερού και του ωκεανού. Το σάουντρακ της ταινίας επηρεάστηκε επίσης από την ιαπωνική new age και ambient μουσική, π.χ. από τον Χιρόσι Γιοσιμούρα, αλλά και από τον μυστικισμό που συναντάς σε άνιμε όπως το “Mushishi” ή σε ταινίες του Gakuryu Ishii. Οι ήχοι τους μοιάζουν σαν να έρχονται κάτω από το νερό ή από κάποιο μισοξεχασμένο όνειρο».
«Στο “Titanic Ocean” η αφήγηση μοιάζει λιγότερο σημαντική από την ατμόσφαιρα και το συναίσθημα. Είναι κάτι που σε απασχολεί συνειδητά;». «Δεν είναι ότι η αφήγηση με απασχολεί λιγότερο· απλώς προτείνω έναν άλλο τρόπο. Μια αφήγηση που περνά περισσότερο μέσα από το συναίσθημα, τις εικόνες και τους ήχους. Ένα είδος πιο εμπειρικού σινεμά που βιώνεται με τις αισθήσεις και όχι τόσο ένα σινεμά που βασίζεται αποκλειστικά στην κλασική τρίπρακτη δομή με σαφή αρχή, μέση και κορύφωση, το οποίο, για να πω την αλήθεια, προσωπικά με πάει σε κάτι πιο πατριαρχικό, σαν μια σεξουαλική πράξη μέσα από αιώνες αντροκεντρικών αφηγήσεων.
Με ενδιαφέρει ένα σινεμά όπου δεν λειτουργούν όλα μέσα από τη λογική, την αιτία και το αποτέλεσμα, αλλά περισσότερο μέσα από συγχρονικότητα, συναισθηματικά κύματα, συνειρμούς και μετατοπίσεις. Σαν να μπαίνεις σε έναν ωκεανό και να αφήνεσαι στο ρεύμα. Καλώ το κοινό να χάσει λίγο τον έλεγχο. Να αφεθεί. Και καταλαβαίνω ότι πολλές φορές είναι συνηθισμένο σε μια άλλη μορφή αφήγησης, όπου πρέπει να ξέρει πού πηγαίνει η ιστορία ανά πάσα στιγμή, ποιο είναι το επιχείρημα, ποιο είναι το μήνυμα. Ζούμε σε δύσκολους καιρούς και όλοι θέλουν να νιώθουν ασφάλεια. Κι όμως, για μένα υπάρχει κάτι πολύ απελευθερωτικό στο να χάνεσαι για λίγο. Να μπαίνεις σε κάτι χωρίς απόλυτη ασφάλεια και να βγαίνεις έχοντας μετακινηθεί εσωτερικά, χωρίς να μπορείς πάντα να εξηγήσεις ακριβώς το γιατί. Αγαπώ πολύ εκείνη την κινηματογραφική εμπειρία στην οποία κάτι λειτουργεί υπόγεια και σχεδόν σωματικά, δεν καταλαβαίνεις τα πάντα αμέσως, αλλά κάτι ενσταλάζεται μέσα σου και συνεχίζει να δουλεύει για καιρό».
«Πώς βίωσες την πρεμιέρα της ταινίας στις Κάννες;». «Με πολύ άγχος αλλά και μεγάλη ανάταση. Ιδιαίτερη χαρά είχα που είδα την ταινία μαζί με την Aρίσα Σασάκι, την πρωταγωνίστρια. Έχω μια ιδιαίτερη σύνδεση με εκείνη και συγκινήθηκα πολύ που μοιραστήκαμε αυτήν τη στιγμή. Ήταν εκεί και οι γονείς μου, η αδερφή μου, η ανιψιά μου, αγαπημένοι φίλοι, η κολλητή μου από την Κομοτηνή. Και φυσικά οι συντελεστές από 7 μεριές του πλανήτη που κάπως, πρώτη φορά, ήμασταν μαζί στον ίδιο χώρο. Ήταν σαν να έσκασε όλη η δεκαετία σε μια μόνο σταγόνα. Υπήρχε ωστόσο και ένα παράλογο contrast μεταξύ της λάμψης του φεστιβάλ και όσων συμβαίνουν αυτήν τη στιγμή στον κόσμο. Από τη μία βρίσκεσαι με φορέματα στα κόκκινα χαλιά και από την άλλη συμβαίνει η γενοκτονία στη Γάζα, τα broligarchies αφανίζουν τον μισό πλανήτη. Σαν δύο πραγματικότητες που τρέχουν παράλληλα με τελείως διαφορετικές ταχύτητες».
Πηγή: Lifo.gr-Μ.Hulot

