Γιατί κάποιοι άνθρωποι έχουν συχνά λιγούρα για γλυκό, ενώ άλλοι προτιμούν σταθερά πιο πλούσιες και λιπαρές γεύσεις; Η απάντηση δεν βρίσκεται απαραίτητα μόνο στις συνήθειες ή στην αυτοσυγκράτηση. Νέα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι μέρος των διατροφικών μας προτιμήσεων μπορεί να επηρεάζεται και από τα γονίδια.
Σύμφωνα με μεγάλη ανάλυση, ορισμένες γενετικές παραλλαγές συνδέονται με ισχυρότερη προτίμηση για γλυκές ή λιπαρές τροφές. Τα ίδια γενετικά χαρακτηριστικά φαίνεται επίσης να σχετίζονται με υψηλότερο σωματικό βάρος και ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της American Society for Nutrition, αλλά δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί σε επιστημονικό περιοδικό.
Τι εξέτασαν οι ερευνητές
Η ανάλυση βασίστηκε σε δεδομένα σχεδόν 500.000 συμμετεχόντων της UK Biobank, μεγάλης βρετανικής βάσης βιοϊατρικών δεδομένων. Οι ερευνητές συνέκριναν τις απαντήσεις των συμμετεχόντων σχετικά με τις γεύσεις και τα τρόφιμα που προτιμούσαν με τα γενετικά τους στοιχεία. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησαν δείκτες που αποτύπωναν τη γενετική προδιάθεση κάθε ανθρώπου προς συγκεκριμένες γεύσεις
Στη συνέχεια εξέτασαν αν όσοι είχαν υψηλότερη προτίμηση για τα γλυκά ή τα λιπαρά κατανάλωναν πράγματι περισσότερα τέτοια τρόφιμα. Σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα, οι άνθρωποι με ισχυρότερη γενετική προδιάθεση προς τη γλυκιά γεύση κατανάλωναν κατά μέσο όρο περίπου επτά γραμμάρια περισσότερων γλυκών τροφίμων την ημέρα. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή, όμως όταν επαναλαμβάνεται καθημερινά, μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο σε βάθος χρόνου.
Παράλληλα, όσοι είχαν μεγαλύτερη γενετική προδιάθεση για γλυκές και λιπαρές γεύσεις ήταν πιθανότερο να έχουν μεγαλύτερο σωματικό βάρος και ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2.
Πώς μπορεί το DNA να επηρεάζει τις επιλογές μας;
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, τα γονίδια ενδέχεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη γεύση, πόσο έντονη ευχαρίστηση αντλούμε από ορισμένα τρόφιμα και πόσο εύκολα αισθανόμαστε ικανοποίηση μετά την κατανάλωσή τους. Αυτό θα μπορούσε να εξηγεί γιατί οι γλυκές ή αλμυρές γεύσεις είναι πιο ελκυστικές για ορισμένους ανθρώπους. Παράλληλα, καθώς τα συγκεκριμένα τρόφιμα είναι συχνά θερμιδικά πυκνά και εύκολα καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες, η συστηματική προτίμησή τους μπορεί να ευνοεί σταδιακά την αύξηση του βάρους.
Η μελέτη, ωστόσο, δεν δείχνει ότι οι συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές προκαλούν παχυσαρκία ή διαβήτη. Αντίθετα, υποδηλώνει μια πιθανή διαδρομή μέσα από την οποία η βιολογία μπορεί να επηρεάζει τις καθημερινές επιλογές και, κατ’ επέκταση, την υγεία μακροπρόθεσμα.
Δεν είναι μόνο τα γονίδια που επηρεάζουν τη λιγούρα
Οι διατροφικές μας προτιμήσεις δεν επηρεάζονται μόνο από την γενετική προδιάθεση, αλλά και από άλλους παράγοντες όπως ο ύπνος, οι καθημερινές συνήθειες ή το άγχος. Εξάλλου, οι περισσότεροι άνθρωποι απολαμβάνουν τις γλυκές και λιπαρές γεύσεις ανεξαρτήτως προδιάθεσης. Σε κάθε περίπτωση, μεγαλύτερη αξία έχει να παρατηρούμε τα προσωπικά μας μοτίβα, πότε εμφανίζεται η λιγούρα, ποια τρόφιμα δυσκολευόμαστε να περιορίσουμε και τι έχει προηγηθεί μέσα στην ημέρα.
Οι μικρές αλλαγές σταδιακά μπορούν να βοηθήσουν περισσότερο από τις απόλυτες απαγορεύσεις. Μικρότερες μερίδες, λιγότερο συχνή κατανάλωση και ο συνδυασμός ενός γλυκού με τρόφιμα που περιέχουν πρωτεΐνη ή φυτικές ίνες μπορούν να ενισχύσουν τον κορεσμό.
vita.gr

