Quantcast
ΤΟ ΑΚΟΡΕΣΤΟ ΚΑΙ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΜΟΣΧΟΒΙΤΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΝ «ΤΙΤΛΟ»

ΤΟ ΑΚΟΡΕΣΤΟ ΚΑΙ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΜΟΣΧΟΒΙΤΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΝ «ΤΙΤΛΟ»

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΤΟ ΑΚΟΡΕΣΤΟ ΚΑΙ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΜΟΣΧΟΒΙΤΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΝ «ΤΙΤΛΟ»

Πολλάκις και πλειστάκις διερωτήθημεν καθ’ υπόθεσιν, εάν σήμερα, τώρα, ο Μόσχας ελάμβανε εξαίφνης την θέση του «Πρώτου» της Ορθοδοξίας Επισκόπου ως άλλος Κωνσταντινουπόλεως, άραγε τί θα έπραττε; Το ερώτημα βεβαίως είναι άκρως υποθετικό και ρητορικό καθώς επίσης και η απάντηση ταχίστη και εύκολο να δοθεί: Θα εξευτέλιζε παντελώς, ένεκα ακραίας αλαζονείας, νοσηράς επάρσεως, εωσφορικού εγωισμού, εκκοσμικευμένου αλλοτριωτικού φρονήματος και φυσικά ακορέστου εθνοφυλετισμού, το τιμιώτατο και πολυμαρτυρικό αυτό αξίωμα και θα διέλυε την Ορθοδοξία εκκλησιολογικώς, ιεροκανονικώς και διοικητικώς σε επίπεδο κατά τόπους Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, διότι και πάλι δεν θα του ήταν αρκετός ο τίτλος του «Οικουμενικού Πατριάρχου», επειδή με τα υπάρχοντα συμπλέγματα της δήθεν μοσχοβίτικης ανωτερότητός του, θα αισθανόταν άσχημα και στενάχωρα μέσα στο ταπεινό ράσο του «Πρώτου» των Ορθοδόξων, του «Πρώτου» σε διακονία και όχι σε κοσμική εξουσία, που είναι ποτισμένο με αίμα και δάκρυα, προσευχή και σιωπή, αυτοταπείνωση και αλαλήτους στεναγμούς, χωρίς εξωτερική κοσμική εξουσία και ρούβλια, εν άλλαις λέξεσι, δεν θα τον χωρούσε το ράσο του Προκαθημένου των Ορθοδόξων επειδή θα ήθελε αδηφάγως και με όχημα τον τίτλο αυτό να γίνει ο απόλυτος Πάπας και τύραννος της Ανατολής και υπεράνω μάλιστα του Πάπα της Δύσεως ως παγκόσμιος εκκλησιαστικός δικτάτορας για να ικανοποιείται και να αυτοεπιβεβαιώνεται η ματαιοδοξία και κενοδοξία του με την κοσμική δόξα και τα ρούβλια του, που χωρίς αυτά δεν μπορεί να διανοηθεί ότι μπορεί να υπάρξει, καίτοι αυτά καμία απολύτως αξία δεν έχουν στην αυτοθυσιαστική διακονία, την όντως Σταυρική και πολυμαρτυρική, όταν κάποιος διακονεί εν σιγή δεήσεως και εν αλαλήτοις στεναγμοίς την καθόλου Ορθοδοξία, όπως ανά τους αιώνες διακονεί το μυστήριο της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο εκάστοτε Κωνσταντινουπόλεως.

Πώς εξάλλου θα μπορούσε να ανεχθεί και να καταδεχθεί ποτέ να ταπεινώνεται νυχθημερόν ως ο Πρώτος στην διακονία και όχι στην εξουσία, αφού ούτως ή άλλως διαθέτει ποταμούς ανόμων ρουβλίων και μία χρυσή πατερίτσα από τα χέρια της μοσχοβίτικης κοσμικής πολιτικής εξουσίας, άλλοτε για να εξαγοράζει συνειδήσεις αφελών και προσκυνημένων και άλλοτε να εκβιάζει, να απειλεί και να ραβδίζει τους έχοντες ελεύθερο φρόνημα και επομένως ανυπότακτους; Θα ήταν αδιανόητο, σχεδόν παρανοϊκό για τον ίδιο, να αποδεχθεί τον τίτλο αυτό με το αντίστοιχο πολυμαρτυρικό βίωμα που τον συνοδεύει, τον υποστασιοποιεί και τον καταξιώνει ανά τους αιώνες. Θέλει παρανοϊκά και ποθεί νυχθημερόν και παθιασμένα, σχεδόν στανικώς, τον τίτλο του «Πρώτου» των Ορθοδόξων ως αθεράπευτα και πολυμεταστατικά άρρωστος, αλλά φυσικά μόνον τον τίτλο, χωρίς βεβαίως ταπεινώσεις, διώξεις, απειλές, κινδύνους και δοκιμασίες, άνευ Σταυρού και θανάτου και τάφου, ήτοι επιποθεί μανιωδώς και παραφρόνως έναν τίτλο και ζει σχιζοφρενικώς και εμμονικώς για έναν τίτλο κούφιο και κενό, ανώδυνο και βολικό, στον οποίο θα προσδώσει και φαντασιακά -νοσηρά φαντασιόπληκτα- έχει ήδη προσδώσει περιεχόμενο παντελώς ξένο προς την ουσία και την αξία του, διότι ουδέποτε ανά τους αιώνες ο εκάστοτε Μόσχας δεν βίωσε, ουδέ κατ’ ελάχιστον, στο είναι της υπάρξεώς του ότι ο τίτλος του Οικουμενικού Πατριάρχου είναι καθημερινός και αδιάλειπτος, εν αλαλήτοις στεναγμοίς, Σταυρικός θάνατος και όχι αίγλη και χλιδή, κοσμική δόξα και οικονομικές ανέσεις με πακτωλούς ρουβλίων, ματαιοδοξία και κενοδοξία, αθυρόστομα και πληθωρικά λεξίδια, ανούσια, άχρηστα και ευτελή λογύδρια εκ του ασφαλούς, όπως τραγικώς και πτωτικώς συμβαίνει όταν είσαι ο Μόσχας, και ο έχων νουν νοείν, νοείτω.

Είναι ολοφάνερο πλέον ότι με τα ρούβλια του Κρεμλίνου και τα απανταχού χαμερπή μίσθαρνα όργανα αυτού, λαϊκά και κληρικά, τα οποία ευρίσκονται σε διάφορες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, η θυγάτηρ Ρωσική Εκκλησία ένεκα του άκρατου εθνοφυλετικού πανρωσισμού αυτής, ως άλλος «Ορθόδοξος Πάπας της Ανατολής» με την πρωτοφανή και καινοφανή ιμπεριαλιστική και μεγαλοϊδεατική τακτική της επιθυμεί να δημιουργήσει ένα κακέκτυπο Ρωσικό Βατικανό με κοσμική – πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία μέσα στον Ορθόδοξο κόσμο και σε βάρος των υπολοίπων Πρεσβυγενών Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, όπως ακριβώς συνέβη με την λίαν αντικανονική, αυθαίρετη και δικτατορική ιμπεριαλιστική εκκλησιαστική επεκτατική ωμή επέμβαση στα interna corporis, τόσο των Παλαιφάτων Ορθοδόξων Πατριαρχείων της καθ’ ημάς Ανατολής κατά τα τέλη του 19ου αιώνος και μέχρι σήμερα, ειδικότερα και ιδιαιτέρως, στο Αραβόφωνο πλέον Πατριαρχείο της Αντιοχείας, αλλά και εσχάτως, δυστυχώς, της Πρεσβυγενούς Εκκλησίας της Κύπρου, όπου τετυφλωμένοι ρωσομοσχοβίτικοι βλαστοί είναι Ελληνες Κύπριοι Ιεράρχες, όσο και στις νεώτερες Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας, οι οποίες ως άβουλα, πειθήνια και τυφλά όργανα υπακούουν στα κελεύσματα των μωροφιλόδοξων και δολίων εκκλησιαστικών ηγετίσκων της Μόσχας χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι ήδη ευρίσκονται, όπως και κατά το παρελθόν, αιχμάλωτες και ανελεύθερες, όπως ατυχώς τείνει να συμβεί ή μάλλον έχει συντελεσθεί και με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας, όπου ως ποταμοί ρέουν τα επαίσχυντα ρούβλια, τα οποία είναι η κρυφή και επώδυνη αγχόνη που καταπνίγει κάθε έννοια εκκλησιαστικής ελευθερίας. Πρόκειται δηλαδή περί ενός είδους ουχί έμμεσης, αλλά σαφέστατα άμεσης υποταγής που καταστρατηγεί κάθε έννοια Ορθοδόξου εκκλησιολογίας και παραδόσεως της καθ’ ημάς Ανατολής.

Ειδικά, όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Ρωσικής Εκκλησίας ότι η πρωτοκαθεδρία στον Ορθόδοξο κόσμο ανήκει δικαιωματικά στο Πατριαρχείο της Μόσχας λόγω της πληθυσμιακής υπεροχής του ποιμνίου του σε σχέση με το ποίμνιο των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής, θα πρέπει να υπογραμμισθεί με έμφαση ότι το «πρωτείον τιμής και διακονίας» του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως Πρωτοθρόνου Μητρός Εκκλησίας της Ορθοδόξου Ανατολής δεν είναι το αποτέλεσμα ποσοτικών πληθυσμιακών κριτηρίων ή αριθμών, αλλά ιστορικών δεδομένων, αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων και κυρίως της ταπεινής, μαρτυρικής, καθαγιασμένης, σταυραναστάσιμης αποστολής της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Η άκρως λοιπόν επικίνδυνη και λίαν εκκοσμικευμένη θέση του Πατριαρχείου της Ρωσίας ότι κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι αριθμοί και τα ποσοτικά πληθυσμιακά κριτήρια προκειμένου να διαδραματίσει πρωτεύουσα εξουσιαστική αποστολή ως άλλο Βατικανό με τυραννικό και δικτατορικό «πρωτείο εξουσίας» στον Ορθόδοξο κόσμο, είναι πέραν και εκτός κάθε εννοίας Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας.

Τα ρωσικά εκκλησιαστικά προσωπεία κατέπεσαν και απεκαλύφθη το φρικτό πρόσωπο του μοσχοβίτικου ιμπεριαλιστικού παποκαισαρικού βατικάνειου επεκτατισμού ένεκα του πολυμεταστατικού καρκινώματος του πανρωσισμού κατά του Πρωτοκλήτου και Πρωτοθρόνου Ελληνορθοδόξου Οικουμενικού Πατριαρχείου και των λοιπών τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η τοπική Ορθόδοξη εν Ρωσία Εκκλησία αναξίως πλέον χαρακτηρίζεται ως θυγάτηρ Εκκλησία της Πρωτοκλήτου και Πρωτοθρόνου Μητρός αυτής Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας διότι αποτελεί «την Πέμπτη Φάλαγγα και τον Δούρειο Ίππο της Ορθοδοξίας» ως απροκάλυπτος υπονομευτής της Πανορθοδόξου Ενότητος και «Πάπας της Ορθοδοξίας» ένεκα των ρουβλίων του Κρεμλίνου και της μωράς αριθμολαγνείας ή αριθμοπληξίας. Οι αριθμοί χρειάζονται στους εν Μόσχα ρασοφόρους για να καταμετρούν τα ρούβλια της εξαγοράς συνειδήσεων των μίσθαρνων και αργυρώνητων πειθήνιων υποτακτικών οργάνων και εξωνημένων άβουλων δορυφόρων τους, ενώ είναι παντελώς άχρηστοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία διότι στο Σώμα του Αναστάντος Χριστού οι ψυχές των ανθρώπων σώζονται εν Χριστώ και δεν μετρούνται ως άψυχοι αριθμοί προς εξυπηρέτηση ανόμων αντιεκκλησιολογικών και αντικανονικών, όλως αντιευαγγελικών, πολιτικών και γεωστρατηγικών σχεδιασμών και σκοπιμοτήτων του Καίσαρος, ο οποίος αφειδώς χρηματοδοτεί την προσδεδεμένη στο γεωπολιτικό άρμα του ως πειθήνια θεραπαινίδα αυτοακυρωμένη Εκκλησία του κράτους του. Τα ρούβλια αυτά είναι «τα αργύρια της επαίσχυντης προδοσίας», «τα αργύρια του αίματος», της αγνώμονος θυγατρός προς την Πρωτόκλητη και Πρωτόθρονη εσταυρωμένη και πολυμαρτυρικώς καθηγιασμένη φιλόστοργη Μητέρα αυτής Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδα Εκκλησία, αλλά «έστιν δίκης οφθαλμός ός τα πανθ’ ορά».

Οι οντολογικών διαστάσεων τραγική εκκλησιαστική και πνευματική πτώση της θυγατρός Ορθοδόξου εν Ρωσία Εκκλησίας ένεκα του νοσηρού και ακορέστου πάθους της για κοσμικού παποκαισαρικού τύπου πρωτοκαθεδρία στο Ορθόδοξο κόσμο και ο εωσφορικός εγωϊσμός της για επιβολή της ανωτερότητος της εν συγκρίσει προς τις λοιπές Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες ανά την οικουμένη ένεκα των επαίσχυντων ως άλλων τριάκοντα αργυρίων ρουβλίων που διαθέτει και της πληθυσμιακής υπεροχής της, είναι πλέον πασίδηλο και στους λίαν αφελείς ότι συνιστά «βίους παράλληλους» με την εκκλησιαστική και πνευματική πτώση του Βατικανού, το οποίο μιμείται πιθηκίζουσα κατά τα πτωτικά κοσμικά παίγνιά του γενόμενη από ετών, κυρίως δε κατά την μετασοβιετική πορεία της, σε κοσμικό-πολιτικό οργανισμό άνευ και της ελαχίστης ακόμη εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας και ακραιφνώς γνησίου ορθοδόξου φρονήματος, επιδιώκουσα την μετατροπή της καθόλου Ορθοδοξίας σε πειθήνιο όργανο, το οποίο συμφέρει με τον μανδύα της Ορθοδόξου πίστεως να υπηρετεί την επικίνδυνη ιδεολογία του πανρωσισμού σε πολιτικό και εκκλησιαστικό επίπεδο, ωσάν να πρόκειται για μία ιδιότυπη εκκλησιαστική ρωσική δικτατορία για την υποταγή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες ήδη έχουν αρχίσει με αφορμή την χορήγηση του Αυτοκεφάλου εκκλησιαστικού διοικητικού καθεστώτος στην πάντοτε υπάρχουσα θυγατέρα του Φαναρίου Ορθόδοξη εν Ουκρανία Εκκλησία από το Πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο, να αντιλαμβάνονται ότι κινδυνεύει πλέον αυτή ταύτη η εσωτερική και εξωτερική ανεξαρτησία και ελευθερία τους, εάν τυχόν παραπλανηθούν και εξαπατηθούν και πιστεύσουν στις σαγηνευτικές με το σκληρό προσωπείο, το οποίο όμως ήδη παταγωδώς κατέπεσε, ρωσικές εκκλησιαστικές σειρήνες των ρουβλίων και των λοιπών εκδουλεύσεων από τους προβατόσχημους λύκους λευκής καλύπτρας των οποίων το ψυχρό βλέμμα και το υποκριτικό ψεύτικο μειδίαμα, σύμφυτα των ψευδαδέλφων, νεκρώνουν ακόμη και την διάθεση των πλέον καλοπίστων και καλοπροαιρέτων συνομιλητών τους.

Για το Πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο τα εκκλησιαστκά και πνευματικά ζητήματα δεν κρίνονται ούτε αντιμετωπίζονται, μήτε θεραπεύονται με φθηνά και ευτελή κοσμικά, πολιτικά, οικονομικά και πληθυσμιακά κριτήρια, όπως δυστυχέστατα και τραγικότατα η εν οντολογική πτώση τελούσα θυγάτηρ Ορθόδοξη εν Ρωσία Εκκλησία αντιλαμβάνεται τα εκκλησιαστικά ζητήματα ωσάν να πρόκειται για ζητήματα τρέχουσας φθηνής πολιτικής, εθνοφυλετικής, γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής τακτικής κεφάλαια ενός παγκόσμιου σχεδιασμού άκρως επικίνδυνου για την Ορθοδοξία, την οποία οι τραγικοί και μοιραίοι Ρώσοι εκκλησιαστικοί ηγετίσκοι έχουν καταντήσει σε εύχρηστη ιδεολογία και την Ορθόδοξη Εκκλησία σε άθλιο παράπηγμα και θεραπαινίδα του Κρεμλίνου ένεκα των επαίσχυντων και αμαρτωλών ρουβλίων, τα οποία εξαγοράζουν και υποτάσσουν συνειδήσεις ενίων όπου γης Ορθοδόξων κληρικών παντός βαθμού και λαϊκών σε διάφορες Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες. Η Πρωτόθρονη και Πρωτεύθυνη Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτις Εκκλησία ως η «αεί εσταυρωμένη και Ανισταμένη» Πρωτοκαθεζομένη εν Ορθοδόξοις Εκκλησία ουδέποτε έκρινε και κρίνει τα εκκλησιαστικά ζητήματα με κριτήρια μικροψυχίας και μικροπρέπειας, μήτε απέβλεψε ποτέ στην ικανοποίηση του ιδίου συμφέροντος αυτής, ούτε φυσικά με εθνοφυλετικά και κοσμικά κριτήρια, αλλά τουναντίον εκκένωσε εαυτήν και μέχρις αιμάτων αυτοθυσίας έσχισε τα μητρικά σπλάχνα αυτής και έγινε και είναι τροφή και άρτος ζωής για τους όπου γης Ορθοδόξους λαούς, οι οποίοι υπήρξαν και είναι τα εαυτής τέκνα και βλαστάρια.

Συνεπώς, ουδείς –απολύτως ουδείς- τίτλος νεκρός περιεχομένου ως αναντίστοιχος προς την εν Χριστώ αλήθεια και ζωή προσδίδει την οντολογική ουσία και αξία στην Πρωτόθρονη και Πρωτεύθυνη Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδα Εκκλησία, αλλά αυτή ταύτη η όντως διττή οντολογική φύση και υπόσταση αυτής, ήτοι η ένθεος αγάπη και η εν Χριστώ ταπείνωση αυτής μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού, ως μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως, όπως αυτό κατά το συναμφότερον βιώνεται αδιαλείπτως στο αείζωο θυσιαστήριο του τηλαυγεστάτου Φαναρίου και στην σταυραναστάσιμη διακονία των εν αλαλήτοις στεναγμοίς ισταμένων και ανθισταμένων ιερωτάτων φυλάκων αυτού επί των Θερμοπυλών του, τις οποίες αφού ούτε ο Άδης δύναται να εκπορθήσει, είναι πλέον καιρός να αντιληφθούν οι νοσηρώς και μανιακώς περί τον «τίτλο» διαχρονικώς ερίζοντες μοσχοβίτες εκκλησιαστικοί ηγετίσκοι, μωροί, μοιραίοι και τάλαινες όντες, ότι σκιαμαχούν ματαίως και λακτίζουν προς κέντρα, αλλά είναι τα μάλα «σκληρόν προς κέντρα λακτίζειν», και ο έχων νουν νοείν, νοείτω.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Μοιραστείτε τό