
Ο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ ΕΙΣΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΩΞΗΣ ΚΑΤΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΓΙΑ ΕΥΘΥΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ
Μέσα σε κλίμα αποκαλυπτικής έντασης έγινε η αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση για το θέμα της ευθύνης Υπουργών. Η Ντόρα Μπακογιάννη στηρίζοντας τον εισηγητή της Νέας Δημοκρατίας και Βουλευτή Ροδόπης Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη ρώτησε ευθέως τον εισηγητή του ΠΑΣΟΚ κύριο Δουδωνή, «Αν ψηφίσουμε την θέση του ΠΑΣΟΚ για το άρθρο 86, εσείς θα ψηφίσετε την πρόταση σας;»
«Η επίμονη και συνεχιζόμενη άρνηση της Αντιπολίτευσης να ψηφίσει τις ίδιες τις δικές της προτάσεις στο άρθρο 86, όπως και στο άρθρο 16 Σ, αποκάλυψε την άρνηση της να αντιμετωπίσει θεσμικά και όχι μικροκομματικά την αναθεωρητική διαδικασία, κάτι που αναπόφευκτα την εκθέτει και εξηγεί την καθήλωση της κοινωνικής και πολιτικής της επιρροής», τόνισε συμπερασματικά ο Εισηγητής Ευριπίδης Στ. Στυλιανίδης, ο οποίος στην εισήγηση του παρουσίασε με πληρότητα τα επιχειρήματα της πλειοψηφίας.
Συγκεκριμένα:
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ 7η ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΣΑΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 86
του Δρ. Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη
Βουλευτή Ροδόπης Νέας Δημοκρατίας,
Εισηγητή της Πλειοψηφίας στη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2026, Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου
Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Στο άρθρο 86 του Συντάγµατος δοκιµάζεται η αξιοπιστία του ίδιου του πολιτικού συστήµατος, επομένως πρέπει να το επαναξιολογήσουμε με νηφαλιότητα και σωφροσύνη, χωρίς να ενδίδουμε στο συνταγματικό λαϊκισμό που μπορεί να επιδράσει καταλυτικά πάνω στις αποφάσεις της Δικαστικής Εξουσίας μέσω της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, ούτε στον κυβερνητικό ελιτισμό της εκάστοτε Εκτελεστικής Εξουσίας που θεωρεί συχνά αλαζονικά, ότι για πάντα θα είναι ισχυρή και ατιμώρητη, χωρίς την υποχρέωση λογοδοσίας.
Έχουμε χρέος να ισορροπήσουμε ανάμεσα από τη μια στην απόλυτη ατιμωρησία των πολιτικών που γεννά την αλαζονεία της εξουσίας, προκαλώντας την απέχθεια στους πολίτες για τα κοινά, κατάσταση που ωθεί κυρίως τους νέους ανθρώπους στους ακτιβισμούς και τα άκρα ενισχύοντας ένα επικίνδυνο λαϊκισμό.
Από την άλλη στην απόλυτη τιμωρητικότητα που οδηγεί εύκολα, όπως δείχνει η ιστορία μας, στην ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής, στη συκοφάντηση των αντιπάλων, στην έξαρση των πολιτικών παθών και μερικές φορές στην παράδοση ευσυνείδητων πολιτικών ως βορά στα διαπλεκόμενα συμφέροντα.
Είναι σαφές ότι πρέπει να ενισχυθεί ο ελεγκτικός ρόλος της δικαστικής εξουσίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα, ότι θα ακυρωθεί πλήρως η «ασπίδα – το φίλτρο του κοινοβουλίου»;
Ο Υπουργός που παίρνει αποφάσεις και λύνει προβλήματα είναι συνήθως αυτός που εκτίθεται σε κινδύνους. Αυτός που δεν υπογράφει, όχι μόνο δεν κινδυνεύει, αλλά συνήθως είναι και πιο δημοφιλής.
Το κόστος όμως των Μη Αποφάσεων στην Ελλάδα είναι τριπλάσιο από το κόστος των κακών αποφάσεων.
Η δυναµική της αδράνειας των µη-αποφάσεων εξαιτίας του φόβου της
τιµωρητικότητας εµποτίζει ταχύτατα όλη την ιεραρχία της διοίκησης.
Επαναλαμβάνω εμφατικά, το κόστος των µη-αποφάσεων τελικά υπολογίζεται τα τελευταία χρόνια στην χώρα µας τριπλάσιο από το κόστος των κακών αποφάσεων.
Σε όλες τις πτυχές της δηµόσιας ζωής παύει να καθίσταται κριτήριο αξιολόγησης η ταχύτητα, η ποιότητα και η ανταποδοτικότητα για την Κοινωνία, την Πολιτεία ή το Έθνος, δηλαδή η αποτελεσµατικότητα.
Όλα αυτά αντικαθίστανται από µια εποχική προκατασκευασμένη εικόνα.
Όποιος αποφασίζει και παράγει αποτελέσματα, συνήθως πληρώνει ακριβά προσωπικό τίμημα. Ενώ, αντίθετα, όποιος αδιαφορεί, δεν υπογράφει, αλλά ξέρει να επικοινωνεί, περιφερόμενος στα τηλεοπτικά παράθυρα και να αντικαθιστά την πολιτική µε τις δημόσιες σχέσεις, αποκτά υψηλότατες θέσεις δηµοφιλίας στη συνείδηση του λαού.
Το ερώτηµα που τίθεται είναι το εξής:
Είναι αυτό πολιτική;
Πόσο ακριβά θα πρέπει να πληρώσει ακόμα η χώρα µας στην οικονομία, τη διοίκηση, την παιδεία, την υγεία, την ασφάλεια, την εξωτερική και αμυντική της πολιτική την ευθυνοφοβία των πολιτικών, όπως και την τυφλή τιµωρητικότητα των λαϊκιστών ή την ατιμωρησία των ανεύθυνων και ανήθικων αρχόντων;
Στην Ελλάδα η ποινική ευθύνη των Υπουργών και η θέσπιση ιδιώνυμων
εγκλημάτων έχει βαθιά ρίζα. Ξεκινά από το Σύνταγµα του 1822 και τον Νόμο της Επιδαύρου του 1923, το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, τα Συντάγματα του 1844, 1864 και 1927.
Αντίστοιχα, σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 80 του Συντάγματος του 1864 εκδόθηκε ο ν. ΦΠΣτ/22.12.1876 που αμέσως τροποποιήθηκε από τον νόμο ΧΕ/11.3.1877, ο οποίος ίσχυσε για 100 σχεδόν χρόνια μέχρι την έκδοση του v.δ. 802/1971. Η χρήση -ή συχνά η κατάχρηση- των αντίστοιχων διατάξεων οδήγησε ακόμα και σε σπίλωση προσωπικοτήτων ή σε τραγικούς εθνικούς διχασμούς είτε οι κατηγορίες ήταν βάσιμες, είτε αποδείχθηκαν εκ των υστέρων αβάσιμες.
Αξίζει να µνηµονευθούν µερικές αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις από την
πρόσφατη ιστορία:
– Η καθαίρεση του Υπουργού Οικονοµικών Χαράλαµπου Περρούκα εν έτη 1823, διότι χορήγησε άδεια άλατος άνευ νόμου καθώς και των Α. Μεταξά και Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από το Εκτελεστικό εν έτει 1824.
– Η παραπομπή του Υπουργού Οικονομικών της Κυβερνήσεως του Ιωάννη Κωλέττη, Νίκου Πονηρόπουλου (1847) υπό το Σύνταγμα του 1844, που παραπέμφθηκε για πλαστογραφία πρωτοκόλλων σιτηρών και αθωώθηκε.
– Η πρόταση παραπομπής του Πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου για το έλλειµµα του Ταμείου Θηβών το έτος 1882
– Η πρόταση παραπομπής του Χαριλάου Τρικούπη για µη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και παράνομη δανειοδότηση ως Πρωθυπουργού και Υπουργού Στρατιωτικών, καθώς και των Υπουργών Γ. Θεοτόκη, Στέφανο Δραγούμη, Ν. Τσαμαδό, Δηµ. Βουλπιώτη, η οποία απορρίφθηκε το 1892.
-Κατά τον Εθνικό Διχασμό παραπέμφθηκαν από την κυβερνητική πλειοψηφία των Φιλελευθέρων του 1927 να δικαστούν οι Κυβερνήσεις των ετών 1915-1917 των Στέφανου Σκουλούδη, Σπυρίδωνος Λάμπρου και Δημητρίου Γούναρη για εσχάτη προδοσία, αλλά δεν περατώθηκαν οι δίκες.
-Το έτος 1930 καταδικάστηκε από τριακονταµελή Επιτροπή Γερουσίας ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος σε διετή φυλάκιση για ζημιές, που προκάλεσε στο Δημόσιο µε διοικητικές του συβάσεις, καθώς και σε πενταετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
-Το έτος 1933 προτάθηκε η παραποµπή του ΠτΔ Αλεξάνδρου Ζαΐµη, η οποία ανεκλήθη καθώς και η παραποµπή του Ελ. Βενιζέλου ως ηθικού αυτουργού του Κινήµατος Πλαστήρα. Στον Ελ. Βενιζέλο χορηγήθηκε αµνηστία µετά την απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του (6.6.1933).
-Μετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο καταδικάστηκε σε 2 χρόνια φυλάκιση µε
αναστολή ο Υπουργός Π. Χατζηπάνος.
-Το 1965 απερρίφθη λόγω παραγραφής η πρότασή παραποµπής του Κων/νου Καραµανλή και των Υπουργών Α. Πρωτοπαπαδάκη, Λ. Μπουρνιά, Δ. Χέλµη, Ν. Μάρτη και Π. Παπαληγούρα για εκ προθέσεως βλάβη των συµφερόντων του κράτους και µετέπειτα του Υπουργού Ευ. Αβέρωφ και των Υφυπουργών Αχ. Γεροκωστοπούλου και Δηµ. Δαβάκη για παράνοµη διαχείριση µυστικών κονδυλίων.
-Υπό το Σύνταγµα του 1975 καταδικάστηκε σε 3 έτη φυλάκισης το έτος 1990 ο Αν. Υπουργός Οικονοµικών του ΠΑΣΟΚ Ν. Αθανασόπουλος για ηθική αυτουργία σε παραποίηση εγγράφων.
-Το έτος 1989 παραπέµφθηκαν ο Πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου και οι Υπουργοί Α. Κουτσόγιωργας, Δ. Τσοβόλας και Ν. Πέτσος.
-Το 1994 παραπέµφθηκε επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ ο Πρωθυπουργός της προηγούµενης κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκης και ανεστάλη επ’ αορίστου η παραποµπή του.
-Το 2014 επί κυβερνήσεως ΝΔ παραπέµφθηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για νόθευση εγγράφου στην υπόθεση της Λίστας Λαγκάρντ ο Υπ. Οικονοµικών του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπακωνσταντίνου.
Η ιστορική αυτή διαδροµή είναι ίσως διδακτική τόσο για το παρόν όσο και για το µέλλον, γιατί δείχνει όχι µόνο πόσο χρήσιµο είναι να αντιµετωπίζεται ο Υπουργός ως ίσος ενώπιον του νόµου µε τους απλούς πολίτες, αλλά και πόσο αναγκαίο είναι να θωρακίζεται κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ώστε να µην εργαλειοποιείται στα χέρια των πολιτικών του αντιπάλων ή άλλων ισχυρών λαϊκίστικών ή εξωθεσµικών συµφερόντων το άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγµατος οδηγώντας σε σπίλωση του εκάστοτε πολιτικού προσώπου, σε αδρανοποίηση του πολιτικού και εν τέλει σε εθνικό, κοινωνικό και πολιτικό διχασµό.
Κανένας, λοιπόν, δεν είναι υπεράνω του νόµου. Κανένας, όµως, δε δικαιούται και να το χρησιµοποιεί υστερόβουλα και εκδικητικά έχοντας ως κριτήριο όχι το συµφέρον της χώρας, αλλά την µικροκοµµατική ή προσωπική του υστεροβουλία.
Θυμίζω στο σημείο αυτό ως μνημείο θεσμικού αίσχους την κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου υπόθεση του Βατοπεδίου που έπληξε σκοπίμως την Κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή και συνέβαλε στον κλονισμό της, σε μια κρίσιμη στιγμή που αγωνιζόταν να αναχαιτίσει την επερχόμενη οικονομική κρίση που στοίχισε τόσο ακριβά στους Έλληνες πολίτες. Οι συκοφαντίες κατέρρευσαν. Όλοι αθωώθηκαν. Η Κυβέρνηση όμως έπεσε. Αποδείχθηκε έτσι στην πράξη, πόσο εύθραυστη και αδύναμη είναι η Δημοκρατία μας στις επιθέσεις ενός επικίνδυνου και συχνά υποκινούμενου από ελληνικά ή ξένα κέντρα λαϊκισμού.
Η πρώτη απόπειρα βελτίωσης του θεσμικού περιβάλλοντος επιχειρήθηκε με την Αναθεώρηση του 2001 στο άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγµατος. Τότε διπλασιάστηκε και ο σχετικός χρόνος παραγραφής ποινικών αδικημάτων Υπουργών που προέβλεπε το ν.δ. 802/1971 από µία σε δύο βουλευτικές Συνόδους. Σε εκτέλεση της νέας συνταγµατικής διάταξης εκδόθηκε ο ν. 3126/2003 για την ποινική ευθύνη των Υπουργών.
Το βήμα αυτό ολοκληρώθηκε με πρωτοβουλία της Νέας Δημοκρατίαςστην Αναθεώρηση του 2019 με την πρόταση της να απαλείψει από το άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγµατος της αποσβεστικής προθεσμίας για τα αδικήµατα των Υπουργών παραπέµποντάς την στον νόµο και εξισώνοντας την αντιµετώπισή των Υπουργών µε τους κοινούς πολίτες ενώπιον του νόµου, χωρίς να εγκαταλείπει την θωράκιση των υπεύθυνων και ηθικών πολιτικών που είναι διατεθειµένοι να πάρουν αποφάσεις για το καλό της πατρίδας µας.
Αυτό το στόχο τον πετύχαμε στην Αναθεώρηση του 2019 με 274 ψήφους, κανένα ΟΧΙ και 23 ΠΑΡΟΝ. Η Νέα Δημοκρατία πιστώνεται ιστορικά αυτό το βήμα. Είναι πολύ σημαντικό, αλλά δυστυχώς δεν είναι αρκετό, γιαυτό τώρα αναπτύσσουμε την συνέχεια της μεταρρύθμισης μας στην Αναθεώρηση του 2027.
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει πολιτικά να απαντηθεί είναι αν και κατά πόσο πρέπει το κοινοβούλιο να αναμειγνύεται στην αξιολόγηση της ποινικής ευθύνης υπουργών, σε ποιο στάδιο και με ποιο τρόπο;
Η Βουλή μπορεί να έχει ανάμειξη σε τρία ζητήματα της ποινικής προδικασίας:
α. Ποιος αποφασίζει την προκαταρτική εξέταση;
β. Ποιος διενεργεί την προκαταρτική εξέταση; και
γ. Ποιος ασκεί τη δίωξη;
Στην Ελλάδα, η τακτική δικαιοσύνη διαβιβάζει τα στοιχεία αμελλητί στη Βουλή:
α. Την προκαταρτική εξέταση αποφασίζει η Βουλή με απόλυτη πλειοψηφία μετά από πρόταση 30 βουλευτών,
β. Την διενεργεί ειδική επιτροπή της Βουλής.
γ. Τη δίωξη ασκεί η Βουλή με απόφαση που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία.
Μετά την άσκηση της δίωξης, αναλαμβάνει πάλι η τακτική δικαιοσύνη και η υπόθεση εκδικάζεται από το ΑΕΔ με σύνθεση από 13 ανώτατους δικαστές.
Μέσα από μια διεθνή συγκριτική έρευνα που έκανα προκύπτουν τα παρακάτω συμπεράσματα:
1 Η Βουλή έχει ανάμιξη σε 13 από τις 27 Κράτη-Μέλη της ΕΕ.
– Αντίστοιχη ανάμειξη της Βουλής και στα τρία ζητήματα της ποινικής προδικασίας υπάρχει σε: Δανία (άρθρο 16), Ολλανδία (άρθρο 119), Πολωνία (άρθρο 156), Φινλανδία (άρθρο 115), Ρουμανία (άρθρο 109)
– Απόφαση για το αν θα γίνει προκαταρτική εξέταση από τη Βουλή με απλή πλειοψηφία έχει μόνο η Ελλάδα και η Δανία, ενώ στις άλλες χώρες αρκεί αίτημα από μερίδα βουλευτών.
– Στη Δανία, την Πολωνία και την Φινλανδία οι υποθέσεις δικάζονται και από ειδικό, μεικτό δικαστήριο.
2 Η άλλη μορφή με την οποία μπορεί να παρέμβει η Βουλή είναι χωρίς να κάνει η ίδια τη διερεύνηση της υπόθεσης:
– Είτε να ασκεί μόνο τη δίωξη: Αυστρία(άρθρα 142-143), Σλοβενία(άρθρα 109,119), Σουηδία(άρθρο 13-3)
– Είτε να χορηγεί άδεια δίωξης: Εσθονία(άρθρο 101), Ιταλία(άρθρο 96), Λιθουανία(άρθρο 100), Πορτογαλία(άρθρο 196)
– Στην Πορτογαλία ζητείται η άδεια της Βουλής(άρθρο 196) μόνο για ορισμένα αδικήματα που τιμωρούνται με φυλάκιση μεγαλύτερη των τριών ετών.
3 Χώρες στις οποίες δεν έχει ανάμειξη η Βουλή είναι 13 από τις 27 της ΕΕ:
– Οι χώρες που δικάζουν κοινά δικαστήρια ακολουθώντας κοινή νομοθεσία είναι: Βουλγαρία, Γερμανία, Ιρλανδία, Κροατία, Κύπρος, Λετονία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Ουγγαρία, Σλοβακία, Τσεχία.
– Οι χώρες που υπάρχει ειδική δωσιδικία είναι: Βέλγιο (Εφετείο), Ισπανία, (Ανώτατο Δικαστήριο).
– Στην Ισπανία κατ’ εξαίρεση ζητείται η άδεια της Βουλής μόνο για έσχατη προδοσία και για εγκλήματα κατά της ασφάλειας του κράτους.Όμως, σε αυτές της χώρες μπορεί οι υπουργοί να είναι συγχρόνως και βουλευτές και να προστατεύονται από τη βουλευτική ασυλία.
4 Στη Γαλλία υπάρχει ανάμειξη της Βουλής στην εκδίκαση(άρθρα 68-1, 68-2). Οι υποθέσεις δικάζονται από το Δικαστήριο της Δημοκρατίας που αποτελείται από δικαστές, βουλευτές και γερουσιαστές μετά από απόφαση ειδικής επιτροπής από δικαστές.
Έχοντας μελετήσει όλες τις παραπάνω παραμέτρους η Νέα Δημοκρατία προτείνει ως βάση για συζήτηση στο άρθρο 86 παρ. 2 το εξής:
Να καταργηθεί το «αμελλητί» και η αρμοδιότητα της Βουλής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης.
Η Προκαταρκτική εξέταση να διενεργείται από Εισαγγελέα Εφετών.
Η πρόταση άσκησης δίωξης να διενεργείται από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου ή εναλλακτικά θα μπορούσε η προαξιολόγηση ποινικής ευθύνης Υπουργών να γίνεται από μεικτό δικαστικό-πολιτικό όργανο.
Η άσκηση δίωξης θα γίνεται με απόφαση Βουλής, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, με ονομαστική ψηφοφορία.
