Σχεδόν κανείς δεν ξέρει πώς λέγεται το φερμουάρ στα ελληνικά

Σχεδόν κανείς δεν ξέρει πώς λέγεται το φερμουάρ στα ελληνικά

Η λέξη «φερμουάρ» έχει ενσωματωθεί πλήρως στην καθημερινή ελληνική γλώσσα. Προέρχεται από το γαλλικό fermoir και χρησιμοποιείται ευρέως για να περιγράψει τον μηχανισμό που κλείνει ρούχα, παπούτσια, τσάντες, πορτοφόλια, βαλίτσες και πολλά ακόμη αντικείμενα.

Παρότι τη χρησιμοποιούμε καθημερινά, ελάχιστοι γνωρίζουν ποιος είναι ο επίσημος ελληνικός όρος. Η καθαρά ελληνική ονομασία του «φερμουάρ» είναι τορμοσυνάπτης — μια λέξη που προέρχεται από τους όρους «τόρμος» και «συνάπτω».

Ο «τόρμος» αναφέρεται σε μια μικρή ξύλινη ή μεταλλική προεξοχή, ενώ το ρήμα «συνάπτω» σημαίνει ενώνω ή συνδέω. Έτσι, ο τορμοσυνάπτης είναι κυριολεκτικά ο μηχανισμός που κουμπώνει και συγκρατεί δύο επιφάνειες μεταξύ τους.

Closeup of wallet


Η ιστορία πίσω από το φερμουάρ

Το φερμουάρ εφευρέθηκε το 1893 από τον Whitcomb Judson. Η πρώτη αυτή κατασκευή βασιζόταν σε γάντζους και κρίκους και ονομάστηκε «κοπιτσοθηλυκωτήρι». Αποτελούσε μια πρωτόλεια μορφή του σημερινού φερμουάρ, χωρίς όμως μεγάλη εμπορική επιτυχία.

Η σύγχρονη εκδοχή του μηχανισμού, με τα χαρακτηριστικά πλεγματικά «δόντια», εμφανίστηκε το 1913 χάρη στον Gideon Sundback. Ο ίδιος την αποκάλεσε «γάντζωμα χωρίς γάντζο», καθώς αντί για κρίκους και άγκιστρα χρησιμοποιούσε μικρά μεταλλικά δοντάκια που κούμπωναν μεταξύ τους — όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα.

Το 1923, η εταιρεία Goodyear λάνσαρε μια σειρά από μποτάκια που έκλειναν με φερμουάρ και τα ονόμασε «μπότες Zipper», εμπνευσμένη από τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγει ο μηχανισμός όταν ανοίγει και κλείνει. Έτσι καθιερώθηκε και η αγγλική λέξη zipper.

Κατά τη δεκαετία του 1930, τα φερμουάρ άρχισαν να χρησιμοποιούνται σε παιδικά ρούχα, ενώ από το 1937 και έπειτα γνώρισαν ευρεία διάδοση τόσο στην ανδρική όσο και στη γυναικεία ένδυση, αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο που ντυνόμαστε.

Πηγή:instyle.gr/Με αναφορές:ΜΚΜ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Μοιραστείτε τό