Quantcast
ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ

ΠΕΡΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΟΥ ΖΩΗΣ ΣΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΟΥ ΧΟΪΚΟΥ ΤΑΦΟΥ

  • Η θεολογική διδασκαλία του εν Αγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Νύσσης για το άφραστο μυστήριο του θανάτου και την επέκεινα του κτιστού χωροχρόνου και του τάφου αιώνια ζωή.

 

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

 

Οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας για οποιαδήποτε πτυχή της ζωής των ανθρώπων επέδειξαν ιδιαίτερη μέριμνα και ασχολήθηκαν συγγραφικώς στο πλαίσιο της ποιμαντικής ευαισθησίας τους για τα φλέγοντα και μέγιστα εκείνα ζητήματα, τα οποία διαχρονικώς αποτελούν τα κυριότερα υπαρξιακών διαστάσεων θεολογικά και πνευματικά ζητούμενα, σε όλες τις φάσεις της ζωής των ανθρώπων που ενίοτε ευρισκόμενοι σε απόγνωση αναζητούν διακαώς τις πρέπουσες απαντήσεις στα πελώρια και δυσθεώρητα για τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου ερωτήματά τους και ιδιαίτερα σε εκείνα που σχετίζονται με τα οντολογικά (υπαρξιακά) «αντιλεγόμενα σημεία» της ζωής και του θανάτου, της επιγείου φθοράς και της ελπιδοφόρου εν Χριστώ μετά θάνατον ζωής.

Ο θεοκίνητος και εμφιλόσοφος Πατήρ της Εκκλησίας Άγιος Γρηγόριος Νύσσης ως το αληθές και γνήσιο «ευήκοον ους» εφ’ όλων των οντολογικών (υπαρξιακών) ζητημάτων, τα οποία απασχολούν διαχρονικώς τους ανθρώπους όλων των εποχών, αντιλαμβανόμενος το ψυχικό άλγος που προκαλεί ο θάνατος στους ανθρώπους λόγω της απώλειας προσφιλών τους προσώπων, δίδει την εμπερινούστατη θεολογική απάντησή του σε πλείστα όσα υπαρξιακά ερωτήματα που γεννά στους χοϊκούς κτιστούς ανθρώπους το «μέγα μυστήριο του θανάτου» υπό το πρίσμα της αιωνιότητος, ήτοι της αφθάρτου και αλήκτου αιωνίου εν Χριστώ ζωής, όπου ο φόβος βάλλεται έξω.

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης ως άριστος ψυχοανατόμος της ανθρωπίνης υπάρξεως συνέγραψε την περισπούδαστη ομιλία του, υπό τον τίτλο: «Εις τους κοιμηθέντας», στην οποία όπως γράφει ο αοίδιμος μέγας Πατρολόγος, Καθηγητής Παναγιώτης Κ. Χρήστου, «…αναζητείται το γνώρισμα του αγαθού (ωφέλιμο πάντοτε και σε όλα) που δεν μπορεί να βρεθεί στη ρευστότητα της ζωής. Γιατί λοιπόν να θρηνούμε εγκαταλείποντάς την, αφού έτσι απαλλασσόμαστε από όλα τα δεινά της; Ο θάνατος δεν είναι χωρισμός από κανένα καλό, αλλά, αγνοώντας τα έξω από το δεσμωτήριο της ζωής μας όπου είμαστε κλεισμένοι, και βολεμένοι θα λέγαμε, φοβόμαστε μπροστά στο άγνωστο του θανάτου. Γι’ αυτό χρειάζεται γνώση του εαυτού μας για να δούμε ότι αξία δεν έχει το φαινόμενο. Το εμπόδιο είναι η σάρκα, ενώ η αρχέτυπη ομορφιά πλησιάζεται έξω από τη σάρκα…».

Όταν ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης παρατηρεί τους κτιστούς και πεπερασμένους μέσα στη χοϊκότητά τους ανθρώπους να βαρυπενθούν για την απώλεια κάποιου προσφιλούς τους προσώπου ή και μόνο στη σκέψη, την έστω και φευγαλέα, του δικού τους θανάτου να κυριεύονται από φόβο και τρόμο, γνωρίζει ότι η συγκεκριμένη ψυχική κατάσταση προκαλείται λόγω της ανθρώπινης άγνοιας για την εισόδευση διά του βιολογικού θανάτου στην επέκεινα του τάφου αιώνια ζωή.

Γράφει λοιπόν διδακτικά για τους βαρυπενθούντες ανθρώπους τα εξής: «Όσοι θεωρούν συμφορά την αναπόφευκτη ακολουθία της ανθρώπινης φύσης μας για εκείνους που εξέρχονται από τη ζωή και πενθούν βαρύτατα γι’ αυτούς που μεταβαίνουν από τον βίο αυτό στο νοερό και ασώματο δε μου φαίνεται ότι σκέφτηκαν τι είναι η ζωή μας, αλλά παθαίνουν ό,τι και οι πολλοί, που από κάποια ανόητη συνήθεια ό,τι έχουν το αγαπούν ως καλό, ό,τι και αν είναι… Γι’ αυτό μου φαίνεται ότι είναι σωστό με κάποια επινόηση, αφού τους απομακρύνω από τη διάθεσή τους προς την συνήθεια, να τους μεταφέρω όσο είναι δυνατόν στην καλύτερη και πρέπουσα στους λογικούς σκέψη. Γιατί έτσι θα εξοριστεί από την ανθρώπινη ζωή η ανοησία γύρω από τα πάθη που επιδεικνύουν πολλοί…

Ποιό είναι λοιπόν το θλιβερό που έχει το πράγμα για το οποίο βυθιζόμαστε στο πένθος κατά την μετάσταση των φίλων μας; Εκτός εάν θεωρεί κάποιος λυπηρό το γεγονός ότι η μετάστασή τους γίνεται προς την ζωή την χωρίς πάθη και ταλαιπωρίες, που δεν δέχεται πόνους από χτυπήματα, δεν φοβάται την απειλή της φωτιάς, τα τραύματα από ξίφος, τις συμφορές από τους σεισμούς και τα ναυάγια και τις αιχμαλωσίες, τις επιθέσεις από τα σαρκοβόρα θηρία, τα κεντριά και τα δαγκώματα από ιοβόλα ερπετά.

Στη ζωή αυτή όπου κανένας δεν φουσκώνει από έπαρση ούτε τον καταπατούν στην αφάνειά του και δεν γίνεται θηρίο από το θράσος ούτε κατατρομάζει από δειλία ούτε φουντώνει βράζοντας από τον θυμό και μανιάζοντας ούτε ταράζεται από τον φόβο, επειδή δεν μπορεί να αντισταθεί στη βία του ισχυρού, όπου δεν υπάρχει ανησυχία για τις συνήθειες των βασιλέων, για το είδος των νόμων, για το πώς συμπεριφέρονται οι διάφοροι άρχοντες, τί λογής είναι οι φορολογικοί κατάλογοι, πόσος ο ετήσιος φόρος, ούτε αν έγιναν κατακλυσμιαίες βροχές που σκέπασαν με την υπερβολή τους τα χωράφια ούτε αν το χαλάζι έκαψε τις ελπίδες των γεωργών ούτε αν επικράτησε ανομβρία και ξηραίνει κάθε γέννημα. Αλλά είναι τελείως ελεύθερος και από τα δεινά της ζωής.

Η ορφάνια δεν κάνει να σκυθρωπάζει η ζωή εκείνη, για τα δεινά της χειρίας δεν υπάρχει εκεί θέση, άνεργες μένουν και οι ποικίλες σωματικές αρρώστιες, είναι εξορισμένοι από την ζωή αυτή οι φθόνοι εναντίον των ευτυχισμένων, η περιφρόνηση όσων δυσπραγούν κι όλα τα όμοια. Ίσο δικαίωμα στο λόγο και στο νόμο με όλη την ειρηνική ελευθερία συμπορεύονται στην πολιτεία των ψυχών, αφού ο καθένας έχει ό,τι ετοιμάζει με την θέλησή του…».

Ως θεοφώτιστος και εμφιλόσοφος νους ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης αφού επισημαίνει το πόσο εφήμερα, ερχόμενα και παρερχόμενα, είναι τα επίγεια, ήτοι τα λεγόμενα «εξωτερικά αγαθά», όπως η δύναμη και η εξουσία, η ομορφιά, η λαμπρή καταγωγή, η κατά κόσμον δόξα, τα αξιώματα, τα χρήματα, εστιάζει με εμφατικό λόγο την διδασκαλία του στον προσδιορισμό της ψυχής ως απείκασμα του θείου κάλλους, όταν αυτή ελευθέρα ούσα από το θνητό και φθαρτό σώμα στρέφεται προς το αρχέτυπό της.

Στο θεολογικό αυτό πλαίσιο απαντά σε δύο υπαρξιακών διαστάσεων ερωτήματα: α) Τί είναι το θείο με το οποίο έχει ομοιωθεί η ψυχή; και β) Ποιό είναι εν τέλει το αληθές και ανώτερο αγαθό, το οποίο ο θνητός και φθαρτός άνθρωπος θα πρέπει περιπαθώς να επιποθεί; Οι δε περινούστατες και βαθυνούστατες θεολογικές απαντήσεις του αποτελούν το όντως όντι αδαπάνητο βάλσαμο ψυχής για τους βαρυπενθούντες και θρηνούντες ανθρώπους στους οποίους με πατρική αγάπη και φιλόστοργη διάθεση διδάσκει τα εξής: «Τί είναι λοιπόν το θείο με το οποίο έχει ομοιωθεί η ψυχή; δεν είναι σώμα, σχήμα, μορφή, μέγεθος, σκληρότητα, βάρος, τόπος, χρόνος, κανένα άλλο παρόμοιο με όσα γίνεται γνωστή η υλική κτίση. Αλλά, αφού αφαιρεθούν όλα αυτά και τα όμοια, πρέπει ό,τι μένει να το κατανοούμε οπωσδήποτε ως κάτι νοερό και άυλο και ανέγγιχτο και ασώματο και αδιάστατο. Αν λοιπόν νοείται ως τέτοιος ο χαρακτήρας του αρχετύπου, είναι ασφαλώς λογικά ακόλουθο να κατανοήσουμε ότι η ψυχή έχει λάβει μορφή με τους ίδιους χαρακτήρες σύμφωνα με εκείνο το είδος, ώστε να είναι και αυτή η άυλη, άμορφη, νοερή και ασώματη.

Ας σκεφθούμε λοιπόν πότε η ανθρώπινη φύση προσεγγίζει περισσότερο στην αρχέτυπη ομοιομορφία; Μέσα στη ζωή της σάρκας ή όταν βγούμε έξω από αυτήν; Αλλ’ αυτό είναι φανερό στον καθένα, ότι, όπως η σάρκα επειδή είναι υλώδης δένεται στενά με την υλική ζωή, έτσι και η ψυχή μετέχει τότε στην νοερή και άυλη ζωή, όταν αποτινάξει την ύλη που την περιέχει.

Ποιό λοιπόν από αυτή είναι άξιο συμφοράς; Αν το αληθινό αγαθό ήταν το σώμα, έπρεπε να δυσανασχετούσαμε σχετικά με τον αποχωρισμό μας από την σάρκα, επειδή εκπίπτοντας από εκείνο, συναποβάλλουμε ασφαλώς μαζί με το σώμα και την οικειότητά μας προς το αγαθό. Επειδή όμως είναι νοερό και ασώματο (εννοεί την αθάνατη και άυλη ψυχή) το πάνω από κάθε έννοια αγαθό που έχουμε γίνει κατ’ εικόνα του, είναι λογικά ακόλουθο να πεισθούμε, όταν με τον θάνατο μεταβαίνουμε στο ασώματο, ότι προσεγγίζουμε σε εκείνη την φύση που είναι χωρισμένη από κάθε σωματική παχύτητα, και, αφού ξεντυθούμε σαν κάποιο προσωπείο αποτροπιαστικό την σάρκινη ενδυμασία μας, να ξαναγυρίσουμε στο οικείο κάλλος με το οποίο είχαμε μορφωθεί παίρνοντας την εικόνα του αρχετύπου…»

Ως δεσμωτήριο λογίζεται από τον θεσπέσιο Πατέρα Άγιο Γρηγόριο Νύσσης ο εγκλωβισμός της αθανάτου και ασωμάτου ψυχής στο θνητό και φθαρτό ανθρώπινο σώμα υπό την έννοια ότι όσο η ανθρώπινη ψυχή μετέχει στις υλικές αναγκαιότητες του ανθρωπίνου σώματος, αδυνατεί να βιώσει μιά άλλη οντολογική (υπαρξιακή) κατάσταση ζωής πέρα από την παρούσα.

Όταν λοιπόν η αθάνατη ψυχή των κεκοιμημένων προσώπων βρεθεί στην μακαριότητα της αιωνίου μετά θάνατον ζωής, βιώνει την επέκεινα της κτιστής γήινης οντολογίας ελευθερία «όπου η ζωή είναι ελεύθερη από όλους τους αναγκαίους κόπους και ανεπηρέαστη. Δεν κακοπαθεί (εννοεί την αθάνατη και άυλη ψυχή) από την γεωργία, δεν υπομένει ταλαιπωρίες στη θάλασσα, δεν εξαπατά στο χοντρικό και λιανικό εμπόριο και είναι μακριά από την ταλαιπωρία της οικοδομικής και της υφαντικής και των βάναυσων τεχνών. Ζει ζωή ήρεμη και ήσυχη, όπως λέγει ο Παύλος. Δεν ιππομαχεί, δεν ναυμαχεί, δεν συγκρούεται εκ του συστάδην με παράταξη πεζών, δεν ασχολείται με την κατασκευή όπλων, δεν μαζεύει φόρους, δεν κατασκευάζει τάφρους και τείχη. Αλλ’ είναι απαλλαγμένη από όλα αυτά και ελεύθερη και ούτε την ενοχλούν ούτε ενοχλεί. Σε αυτήν δεν έχουν θέση ο δούλος και ο κύριος, ο φτωχός και ο πλούσιος, η ευγένεια και η κακή γενιά, η ιδιωτική ασημαντότητα και η δύναμη της εξουσίας και οποιαδήποτε ανάλογη ανωμαλία. Γιατί παρακάμπτει την ανάγκη όλων αυτών και των ομοίων τους η αυτάρκεια εκείνης της ζωής και το άυλο της …. γι’ αυτό εκείνη η ζωή είναι ζωή μακαρία και απρόσβλητη από κακό και δεν πέφτει στην πλάνη των αισθησιακών ηδονών για την κρίση του καλού…».

Με μία αντισυμβατική νουθετήρια διδακτική τοποθέτηση ο πολύς εμφιλόσοφος Πατήρ Άγιος Γρηγόριος Νύσσης προτρέπει τους ζώντες ως επιγενομένους των κεκοιμημένων να μη θρηνούν πενθούντες τους μεταστάντες από την επίγεια εφήμερη ζωή στην όντως άληκτη αιώνια ζωή, όπου βιώνουν την αΐδια μακαριότητα, αλλά εκείνους, τους εν δεσμωτηρίω όντες, «που η ζωή τους συνεχίζεται μέσα στις οδύνες του βίου αυτού, επειδή δεν βλέπουν τις υπερκόσμιες και άυλες ομορφιές, τους θρόνους και τις αρχές και τις εξουσίες και τις κυριότητες και τις αγγελικές στρατιές και τις συναρθροίσεις των Οσίων και την άνω πόλη και την υπερουράνια ομήγυρη εκείνων που έχουν απογραφεί στον ουρανό.

Γιατί το υπέρτερο κάλλος αυτών, που ο αψευδής λόγος του Θεού βεβαίωσε ότι βλέπουν οι καθαροί στην καρδία, είναι καλύτερο από κάθε ελπίδα και ανώτερο από ό,τι φαντάζεται ο νους μας. Και δεν είναι αυτό μόνο για το οποίο θα νομίζαμε άξιο να στενάζουμε και να λυπούμεθα τους νεκρούς, αλλά και το ό,τι αν και περιβάλλουν την ζωή μας τόσα οδυνηρά, επιμένει μέσα τους τέτοια συμπάθεια γι’ αυτά, τα οδυνηρά, ώστε δεν δέχονται την επήρειά τους σαν κάτι το αναγκαίο, αλλά φροντίζουν να μένουν μαζί τους για πάντα.

Η επιθυμία δηλαδή για τις αρχές και την απόκτηση περισσοτέρων πραγμάτων και τις απολαυστικές αυτές λαιμαργίες και όποιο άλλο παρόμοιο επιδιώκεται από τα οποία δημιουργούνται και τα όπλα και οι πόλεμοι και ο αλληλοσκοτωμοί και όλη η ταλαιπωρία και η δολιότητα που επιχειρείται θεληματικά, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μιά συσσώρευση συμφορών που εισάγονται στη ζωή θεληματικά με ζήλο και προθυμία.

Αλλά βέβαια στους πεθαμένους δεν υπάρχει διάθεση για δάκρυα, όπως δεν υπάρχει και καμμία άλλη διάθεση, αλλά, επειδή αυτοί που έχουν απαλλαγεί από την σάρκα και το αίμα είναι νους και πνεύμα, δεν είναι φυσικό να φανερωθούν σ’ αυτούς που είναι χωμένοι μέσα στην παχιά ύλη του σώματος ούτε να νουθετήσουν τους ανθρώπους με το παράδειγμά τους ν’ αποστούν από την λανθασμένη κρίση για τα όντα…».

Επειδή μάλιστα ο θεοφόρος Άγιος Γρηγόριος Νύσσης ως άριστος ψυχανατόμος γνωρίζει τους φόβους των ανθρώπων όταν αναλογίζονται την φθορά και τον αφανισμό του ανθρωπίνου σώματος, διδάσκει με θεόπνευστο λόγο στον κάθε άνθρωπο τα εξής: «Μη λοιπόν βλέποντας αυτό που φθείρεται, νομίζεις πως βλέπεις τον εαυτό σου (γιατί κάποτε κι αυτό θα καταστεί ελεύθερο από την φθορά, όταν κατά την αναγέννησή μας το θνητό και διαλυτό θα μεταποιηθεί στο αθάνατο και αδιάλυτο, αλλά τώρα ρέει και διαφεύγει και φθείρεται αυτό που προβάλλει στο εξωτερικό μας). Δεν πρέπει επομένως να μας απασχολεί αυτό, γιατί δεν πρέπει να προσέχουμε και κανένα άλλο από όσα φαίνονται, αφού ο Παύλος είπε: «να μην προσέχουμε αυτά που φαίνονται», γιατί όσα βλέπουμε είναι πρόσκαιρα, ενώ τα αόρατα είναι αιώνια. Αλλά αφού στρέψουμε την προσοχή μας στα αόρατα, να πιστεύουμε ότι υπάρχει αληθινά εκείνο που διαφεύγει την κατανόηση μέσω των αισθήσεων».

Με την ελπιδοφόρο βεβαιότητα της εν Χριστώ Αναστάσεως ο ένσοφος Πατήρ Άγιος Γρηγόριος Νύσσης προβαίνει στην διάκριση δυο ειδών λύπης, και την μεν πρώτη χαρακτηρίζει ως «ταπεινή και δουλική λύπη», την οποία βιώνουν οι μη έχοντες ελπίδα μεταθανατίου ζωής, την δε δευτέρα ως «αξιέπαινη και ενάρετη λύπη» ή άλλως «σωτήριο πένθος», όταν ο μετανοημένος άνθρωπος λυπάται και θρηνεί όχι για τον θάνατο, αλλά διότι με την όλη επίγεια εφήμαρτη βιοτή του εξέπεσε της θείας χάριτος και απώλεσε των ουρανίων αγαθών τα οποία ως δωρεά προσφέρει ο δωρεοδότης Αναστάς Ιησούς Χριστός.

Στο θεολογικό αυτό πλαίσιο ενθέρμως και εμφατικώς προτρέπει και διδάσκει εν νουθεσία Κυρίου στους βαρυπενθούντες και περίλυπους ένεκα του μυστηρίου του θανάτου ανθρώπους όλων των αιώνων και εποχών τα κάτωθι θεσπέσια: «Αν λοιπόν έχουμε μάθει κάτι αξιοπρόσεκτο για τους νεκρούς από όσα πνευματικά είπαμε γι’ αυτούς, ας μην ανεχθούμε αυτή την ταπεινή και δουλική λύπη. Αν πρέπει να λυπηθούμε, ας προτιμήσουμε την λύπη εκείνη την αξιέπαινη και ενάρετη.

 Όπως δηλαδή το ένα μέρος της ηδονής είναι κτηνώδες και άλογο και το άλλο καθαρό και άυλο έτσι και το αντίθετο της ηδονής, διαστέλλεται σε κακία και αρετή. Υπάρχει και ένα είδος πένθους άξιο επαίνου που δεν είναι άχρηστο στην απόκτηση της αρετής και είναι αντίθετο σε αυτή την άλογη και δουλική θλίψη. Γιατί αυτός που θα νιώσει αυτή την θλίψη θα κατηγορήσει έπειτα τον εαυτό του ότι βγήκε έξω από τα πρέποντα, όταν νικήθηκε από το πάθος.

Το άξιο επαίνου όμως πένθος δε φέρνει μεταμέλεια και ντροπή για την φανερή σκυθρωπότητα σε όσους με αυτό κατορθώνουν τον βίο της αρετής. Γιατί πενθεί αληθινά όποιος λάβει συναίσθηση για τα αγαθά εκείνα από τα οποία έχει ξεπέσει, αντιπαραθέτοντας αυτή την φθηνή και βρωμερή ζωή με την αθάνατη εκείνη μακαριότητα, που ήταν στην διάθεσή του πριν κάνει χρήση της εξουσίας στο κακό. Και όσο περισσότερο βαρύ γίνεται το πένθος για την ζωή αυτή, τόσο περισσότερο επιταχύνει για τον εαυτό του την απόκτηση των αγαθών που ποθεί. Γιατί η συναίσθηση ότι έχει υποστεί ζημία στο καλό, γίνεται έναυσμα της προσπάθειας για το ποθούμενο.

Αφού λοιπόν υπάρχει και κάποιο πένθος σωτήριο, όπως έδειξε ο λόγος, ακούστε όσοι φέρεστε ασυλλόγιστα προς το πάθος της λύπης. Δεν εμποδίζω την λύπη, αλλά υποδεικνύω την ωφέλιμη λύπη που δοκιμάζει ο κόσμος και που προετοιμάζει τον θάνατο, όπως λέγει ο Απόστολος, αλλά την λύπη που οδηγεί στον Θεό, που το τέλος της είναι η σωτηρία της ψυχής.

Τα δάκρυα που χύνονται για τους κεκοιμημένους άσκοπα και ανώφελα ίσως αποτελούν και αιτία κατάκρισης γι’ αυτόν που κάνει κακή χρήση του χρήσιμου. Γιατί, αν αυτός που έκανε τα πάντα με σοφία, έβαλε μέσα μας το λυπηρό αυτό συναίσθημα, για να γίνει το μέσο κάθαρσης από την κακία που μας είχε προκαταλάβει και εφόδιο για την μετουσία των αγαθών που ελπίζουμε, ίσως αυτός που χώνει μάταια και ανώφελα δάκρυα θα κατηγορηθεί από τον ίδιο τον κύριό του, σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο, ως οικονόμος κακός που διασκορπά άχρηστα τα πλούτη που του έχουν εμπιστευθεί. Γιατί ό,τι χρησιμεύει για τον καλό είναι πλούτος, που λογαριάζεται μαζί με τα πολύτιμα κειμήλια.

Δεν θέλω λοιπόν, αδελφοί μου, να αγνοείτε αυτά που έχουμε διδαχθεί για τους νεκρούς και ο,τιδήποτε άλλο δίδαγμα αποκαλύπτει το Άγιο Πνεύμα στους πιο τέλειους, «για να μη νιώθετε την λύπη που νιώθουν οι άλλοι, που δεν έχουν ελπίδα».

Γιατί μόνο οι άπιστοι περιορίζουν στην παρούσα ζωή τις ελπίδες της ζωής, και γι’ αυτό θεωρούν ότι ο θάνατος είναι ίσος με συμφορά, επειδή αυτοί δεν ελπίζουν αυτό που πιστεύουμε εμείς. Ενώ εμείς που έχουμε πιστεύσει στον μεγάλο βεβαιωτή της Αναστάσεώς μας από τους νεκρούς, στον ίδιο τον Κύριο όλης της κτίσεως, που γι’ αυτό και απέθανε και ανέστη, για να πιστοποιήσει με την πράξη τον λόγο του για την Ανάσταση, δεν αμφιβάλλουμε καθόλου για την ελπίδα των αγαθών, και όταν υπάρχει η ελπίδα δεν θα έχει θέση η λύπη γι’ αυτούς που έφυγαν. Και ο Θεός και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, αυτός που παρηγορεί τους ταπεινούς, θα παρηγορήσει τις καρδιές σας και θα τις στηρίξει στην αγάπη του με την ευσπλαχνία του. Γιατί δική του είναι η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Μοιραστείτε τό